Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

21 Ιουλίου 1928



Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον
με βαθυπράσινους κισσούς για έναν
άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη.

Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: «Ντόρτια!… Δυάρες!… Εξάρες!…» όσοι, λέγω, σε αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή, μέσα στο ψύχος του χειμώνα τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι – μην τον ξεχνάτε.
     Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες – Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών – πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνεία – από θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι, αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιαύτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα από σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τ’ απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω απ’ την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.
     Ω, ναι, πάντα σε τέτοια μέρη – Κρανίου τόπος, Γολγοθάς, ή χώρες της Στυγός – πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή, που την δικαίωσι ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω από σωρούς εγγράφων του δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο. Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπερτάτην προσδοκίαν νοσταλγών την άλλην εκείνην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρη εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξιν εν τη ανυπαρξία, που την ωνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσίν του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα.
     Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλίαν μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται, πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγεται Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει. Και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες (τον Μαγιακόβσκη να ενθυμήσθε, τον Τρακλ, Εσσένιν και Κρεβέλ)*, τις πιστολιές εκείνες, που τις καρδιές τρυπούν και τις φωνές σωπαίνουν, πάντα να τις ενθυμήσθε, ό,τι και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν – ως παραδείγματος χάριν: «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ. δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωήν του… Στο Λύκειον των Ελληνίδων εδόθη χθες μέγας χορός∙ αι νεάνιδες του Λυκείου, φέρουσαι εθνικάς ενδυμασίας, εξετέλεσαν Ελληνικούς χορούς∙ το φόρεμα της κυρίας Μ… από οργκαντί με ντεκολτέ πολύ μεγάλο ήτο απεριγράπτου ωραιότητος… Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως εδέχθη χθες τον πρεσβευτήν της Ιαπωνίας… Οι φορτοεκφορτωταί της Ερμουπόλεως απήργησαν… Ευρέθη νέον φάρμακον κατά της σπειροχαίτης… Εις οίκον κακόφημον του Πειραιώς, ο εκδορεύς Ιωάννης Ν… κατέσφαξε την ιερόδουλον Αναστασίαν Χ… μητέρα τριών τέκνων».
     Μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων (όπως αυτοί που κυνηγούν στα αλπικά βουνά, στην άκρη-άκρη των κρημνών τα εντελβάις), ακούων με φρίκην από υψηλά τους στόνους και τας οιμωγάς της Οικουμένης, ενώ, μεσ’ στην ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμαί κρυστάλλινοι και ήχοι θεσπέσιοι των Παραδείσων. Λόγια μη πήτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με καταδίκην, διά τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου και αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας θάναι. Και πάντα θα σας φοβερίζη, με καταχνιές, κουφόβρασι, με σπίτια που καταρρέουν, με τοίχους λεπρούς, με σκύλους ισχνούς και ψωραλέους, με ανθρώπους και κώνωπας ανωφελείς, με ελονοσίαν, με φυματίωσιν, με αιμοπτύσεις και φρικτήν αβάσταχτην ανίαν, με κάτι σαν πτώσιν λαιμητόμου σε νεκρικήν σιγήν, με κάτι σαν να εκσπερματίζης δίχως να έχης οργασμόν, με κάτι σαν περμαγκανάτ ή στύψι στον αέρα, με κάτι σαν άγονες γραμμές και αναμονές, με φράσεις ως οι ακόλουθες: «Ο κύριος Νομάρχης έρχεται… Δεν έρχεται… Ο κύριος Νομάρχης με το λαντώ του καταφθάνει!…» και με βαθειά, βαρειά μελαγχολία, καρδιοσπαράχτρα θλίψι, που φθάνει ως τους ουρανούς, πενθίμου καπνού τολύπη, πότε αργά, πότε γοργά, σαν σιγανού ή γρήγορου θανάτου λύπη, την ώρα που της καρδιάς, εν ακαρεί, ή με ανεπαισθήτως φθίνοντα βραδύ ρυθμό, σβήνουν για πάντα οι κτύποι.
     Μη πήτε λοιπόν ποτέ λόγον κακόν διά τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη. Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι ακόμη είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ’ τους θεούς, όπως και η δάφνη.
     Μη τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτο λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου, τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς του Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μη τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.

Αθήνα, 9.12.1964

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες»,
Οκτάνα, εκδόσεις Ίκαρος, 11980.

* Μνημονεύονται εδώ οι τέσσερεις σύγχρονοι του Καρυωτάκη (1896-1928) αυτόχειρες ποιητές των αρχών του 20ου αιώνα: Μαγιακόφσκι (1893-1930), Τρακλ (1887-1914), Γιεσένιν (1895-1925) και Κρεβέλ (1900-1935). Στις 3 Νοεμβρίου 1914, στην Κρακοβία, ο 27χρονος αυστριακός ποιητής Γκέοργκ Τράκλ, αφού αποτράπηκε από την προσπάθειά του να αυτοπυροβοληθεί, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών∙ στις 27 Δεκεμβρίου 1925, στην Αγία Πετρούπολη, θα κρεμαστεί ο 30χρονος ρώσος ποιητής Σεργκέι Γιεσένιν, θύμα της κατάθλιψης∙ στις 14 Απριλίου 1930, στη Μόσχα, ο 37χρονος Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι αφαιρεί τη ζωή του με μια σφαίρα∙ στις 18 Ιουνίου 1935, στο Παρίσι, αυτοκτονεί ο 35χρονος σουρρεαλιστής Ρενέ Κρεβέλ, ανοίγοντας το υγραέριο της κουζίνας του σπιτιού του.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Barcarolle



Sur le petit bateau-mouche,
Les bourgeois sont entassés,
Avec les enfants qu’on mouche,
Qu’on ne mouche pas assez.

Combien qu’autour d’eux la Seine
Regorge de chiens crevés,
Ils jugent la brise saine
Dans les Billancourts rêvés.

Et mesdames leurs épouses,
Plus laides que des empouses,
Affirment qu’il fait grand chaud

Et s’épaulent sans entraves
À des Japonais — très graves
Dans leurs complets de Godchau.


Laurent Tailhade (1854-1919), “Barcarolle”, Au pays du Mufle,
Paris, Chez Léon Vanier, éditeur, 1891.


ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ (απόδοση: Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)

Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
στριμωχτήκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
ξεμυξίζουν οι μαμάδες.

Τα σκυλιά δε λογιαράζουν
ο Σηκουάνας πόχει πνίξει,
δε φοβούνται, διασκεδάζουν
την ευγενική τους πλήξη.

«Ω, τι ζέστη, Θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οι κυρίες,
κι επιπόλαιες και γελοίες,

ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους,
διευκολύνουν τους εμέτους.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Σταδιοδρομία



René Magritte, Le Tombeau des lutteurs, 1960.


Tη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

«Oι στίχοι παρέχουν ελπίδες»
θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Kλεαρέτη Δίπλα-Mαλάμου»1
και δίπλα σ' αυτό τ' όνομά μου.

Tην ψυχή και το σώμα πάλι
στη δουλειά θα δίνω, στην πάλη.

Aλλά, με τη δύση του ηλίου,
θα πηγαίνω στου Bασιλείου.2

Eκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους
λογίους και τους διδασκάλους.

Tα λόγια μου θα 'χουν ουσία,
η σιωπή μου μια σημασία.

Θηρεύοντας πράγματα αιώνια,
θ' αφήσω να φύγουν τα χρόνια.

Θα φύγουν, και θα 'ναι η καρδιά μου
σα ρόδο που επάτησα χάμου.


Κ. Γ. Καρυωτάκης, «Σταδιοδρομία», Σάτιρες, 1927.

1. Kλεαρέτη Δίπλα-Mαλάμου: ποιήτρια και πεζογράφος (Πρέβεζα 1897-1977).
2. Βασιλείου: εκδοτικός οίκος και βιβλιοπωλείο στην οδό Σταδίου.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Η περιπέτεια


Δημήτρης Παπαδίτσας (1922-1987)

VII.
                                            Στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Το ν’ ακούει κανείς το πρωί τη βιασύνη των πουλιών
Το να ψάχνει στα μάτια των άλλων να βρει λίγα τοπία
Το να αισθάνεσαι αλλιώτικος μετά από γλέντι όταν μένεις μόνος
Και παίζεις με την έχτρα και τη φιλία του εαυτού σου
Αυτό σημαίνει κίνδυνο
Σημαίνει αναγωγή της λύπης στη μονάδα

Έτσι λοιπόν ξανά σε θυμήθηκα
Ταίριαξα τη γραμμή του ώμου σου με την πιο χαρούμενη μέρα μου
Τα μάτια σου δε μ’ άφηναν να ησυχάσω
Κι από πού δε μου έρχονταν
Απ’ τη βροχή
Απ’ τ’ αμπέλια
Από τα κουρασμένα χέρια της χωριάτισσας
Κι από μένα τον ίδιο

Σε θυμόμουν και σε είχα στη μνήμη μου
Όπως ένα κομμάτι ζάχαρη στο νερό.


Δημήτρης Παπαδίτσας, Η περιπέτεια, VII, 1953.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Διερώτηση



Ποτέ στ' αλήθεια δεν το 'μαθα
          τι είναι τα ποιήματα
Είναι πληγώματα
          είν' ομοιώματα
                     φενάκη
                               φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
            ταραχώδη κύματα;
                        τι είναι τα ποιήματα;
Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα;
          είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
          είναι γάζες επίδεσμοι
                      παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
            Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Νίκος Καρούζος (1926-1990), «Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος»,
Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας, εκδόσεις Εγνατία, 1979.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Αμνησία


Μιχάλης Γκανάς (1944-)

Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα
σβήνει την προηγούμενη και πάει.
Άλλοτε σβήνει την επόμενη,
καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.

Βροχές θυμάμαι και πουλιά
και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου,
τα φοβερά καθέκαστα της επομένης,
και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά,
με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω,
για να προλάβω τις παραγγελίες.

Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου,
πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους.
Γριές και γέροι και παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.

Μάτια θυμάμαι και φωνές,
πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

Μιχάλης Γκανάς, «Αμνησία», Γυάλινα Γιάννενα, εκδόσεις Καστανιώτης, 1989.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Για ποιον χτυπά η καμπάνα



J. Donne, πορτρέτο από τον I. Oliver

No man is an Iland, intire of it selfe; every man is a peece of the Continent, a part of the maine; if a Clod bee washed away by the Sea, Europe is the lesse, as well as if a Promontorie were, as well as if a Mannor of thy friends or of thine owne were; any mans death diminishes me, because I am involved in Mankinde; And therefore never send to know for whom the bell tolls; It tolls for thee.

(σημ.: ορθογραφία του πρωτότυπου)


Απόδοση στα Ελληνικά:

Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, αύταρκες από μόνο του· κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της ηπείρου, ένα μέρος της στεριάς· αν  ένας σβώλος χώμα ξεπλυθεί από τη θάλασσα, η Ευρώπη μικραίνει, σα να ήταν ακρωτήρι, ή σα να ήταν ένα χτήμα, φίλων σου ή δικό σου· ο θάνατος κάθε ανθρώπου με μειώνει, γιατί ανήκω στην ανθρωπότητα. Γι' αυτό, μη ζητάς να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα.


John Donne (1572-1631), Meditation XVII, Devotions upon Emergent Occasions, 1624.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Ελευθερία του Ύμνου



Σε γνωρίζω

Γιώργος Χουλιάρας (1951-)
Σε γνωρίζω

                          ένα στόμα

Έ λ α  π ά λ ι

                           η φωνή

Εις τους Έλληνας

Σαν το κύμα

Προχωρώντας ομιλείς

Δεν ακούτε;
Που σφυρίζει εις τα μαλλιά

                                               Διονύσιος Σολωμός

Χρόνια το σβήνω αυτό το ποίημα.


Γιώργος Χουλιάρας, «Ελευθερία του Ύμνου», Fast food classics, εκδ. Ύψιλον, 1992.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Φωνές



Κ. Π. Καβάφης
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.


Κ. Π. Καβάφης, «Φωνές», 1904.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

Υπό κλίμακα


Διονύσης Καψάλης (1952-)

[…]

Το ξέρω πως ενήμεροι τελείτε
κι ενήμερους μας παίρνετε, πατέρες,
εκεί που αορίστως κατοικείτε,
ψηλά, στους πεισιθάνατους αιθέρες,
μηχανικοί μιας δόξας που αιωρείται·
προσφάτως, με τον άρρωστό μου γύπα,
σας έστειλα τραγούδια που δεν είπα.

Και φάνηκε στον ύπνο μου φερμένος
απ’ το βορρά, συνένοχος στο φως μου,
ο Βιζυηνός, αλλόκοτα ντυμένος,
προσφύγων συμπολίτης και του κόσμου
αντίδικος στη δόξα και το μένος,
μετρώντας, όπως τό ’θελεν ή τύχη,
μια τσακισμένη τέχνη με την πήχη.

Μου φάνηκε, σε μια στιγμή φενάκης,
την ώρα που προσεύχονταν οι κήποι,
πως κατοικούσαν στις σιωπές της Θράκης
συνέταιροι στο θάμβος και τη λύπη,
ο Σολωμός κι ο Κώστας Καρυωτάκης,
κι ανέβαινε στο φως κατακορύφως
σαν σκαλωσιά της τέχνης τους το ύφος.

Μικρύνατε στον κόσμο μας, πατέρες,
σαν πλάσματα νωχελικά μιας νήσου
που πλέει στους απόμακρους αιθέρες
πλησίστια με ναύλο παραδείσου·
στον ύπνο μας λικνίζονται γαλέρες,
που φέρνουν επιστρέφοντας στο μέλλον
μια νόσο από τα μέρη των αγγέλων.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μου
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μου
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μου·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία,

και σκέπασε τις μέρες μου σαν φάσμα
η λύπη σας, πατέρες, κι η  σοφία,
μα κράτησα για μια στιγμή στο χάσμα
του κόσμου που αποσύρθηκε μέ βία
μια δόξα που λαμπάδιασε σαν άσμα:
Θεέ, με δόσεις παίρνε με μαζί σου
στο φως του τεχνητού σου παραδείσου.


Διονύσης Καψάλης, Υπό κλίμακα, εκδ. Άγρα, 1991.

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Ο καλός Θεός


Pierre-Jean de Béranger (1780-1857)

Μια μέρα με το σκούφο της νυκτός,
    εβγήκε στ’ ουρανού το παραθύρι,
κι εκοίταζε αφρόντιστα ο Θεός
    τους κόσμους και τους τόπους που είχε σπείρει.
    «Μη χάθηκ’ η γη», είπε, και κοιτά,
    την είδε σε μια κόχη να γυρνά·
εγέλασε, κουνεί την κεφαλή,
    και λέει με πονήρια και με χάρη:
«Αν ξέρουν το τι κάνουν εδ’ εκεί,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει».

«Βρε, άνθρωποι, τι πράγματα κουτά
    εμπήκαν στο μυαλό σας εκεί κάτω!»
(είπ’ ο Θεός κι ερούφηξε μεμιά
    ένα βαθύ ποτήρι ρετσινάτο).
    «Για σας ότι φροντίζω δα πολύ
    νομίζετε πως έχω συλλογή
τι κάνει το φτωχό σας το κουφάρι,
    εκεί όπου παράμερα γυρνά!
Της γης σας να βαστώ το χαλινάρι
    αν σκέφθηκα ποτέ, μωρέ παιδιά,
    ο διάβολος, σας λέω, να με πάρει
                                  να με πάρει.

Σας έδωκα, ως βλέπω, του κακού
    κρασί, γυναίκες, τόσες ευτυχίες,
και θέλετε το πράμα του αλλουνού
    και κάνετε πολέμους, εκστρατείες·
    ξεσχίζεσθε σαν όρνια στ’ όνομά μου,
    φωνάζετε πως είστε στράτευμά μου
και λέτε πως σας βοηθώ κι εγώ·
    αν ξέρω τι θα πει σπαθί, κοντάρι,
αν έκαμα ποτέ τον στρατηγό,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει.

Σε στόφες και χρυσάφια βουτημένοι,
    σε θρόνους με διαμάντια καρφωτοί,
με μούτρα λαδωμένα, φουσκωμένοι
    σαν κόκοροι, τι ζώα είν’ αυτοί;
Τους λέτε βασιλιάδες και σαν λύκοι
    βυζαίνουν σας τα άκακα αρνιά,
και λεν πως ευλογώ το καμιτσίκι
    που έχουν για τη ράχη σας – χαμπάρι
αν έχω για τα πράγματα αυτά,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει.

Εκείν’ οι άλλοι μαύροι πειρασμοί
    μου χάλασαν τη μύτη από λιβάνι,
θα κάμουν τη ζωή σαρακοστή,
    φωνάζουν, — πως αν δεν μεταλαμβάνει
    ο άνθρωπος, θα πάει θετικά
    στην κόλαση· πως έχουν τα κλειδιά
του ουρανού, και τρέχουν με καμάρι
    να δώσουν ευχές και ευλογίες·
αν ξέρω απ’ αυτές τες ιστορίες,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει.

Για ύστερη σας δίνω συμβουλή
    ν’ αφήσετε, παιδιά, αυτές τες τρέλες!
Αν θέλετε να σώστε την ψυχή,
    χαρείτε το κρασί και τες κοπέλες!
    Προσέξετε, σας προειδοποιώ,
    γιατί σας πνίγω πάλι στο νερό!
Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά!
    Εάν ποτέ πατήσει το ποδάρι
στο σπίτι μου αυτ’ η σφηκοφωλιά,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει».


Pierre-Jean de Béranger (Βερανζέρος), «Ο καλός Θεός»,
μετάφραση: Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Ζαν Μορεάς).

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Έρεβος


Σκύβοντας πάνω
απ’ της ψυχής μου τη συσκότιση
στίχους ισχνούς θα επιδείξω
αποκλεισμένους από απρόσμενη κακοκαιρία
που πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλά θα λεν οι στίχοι αυτοί,
θα δείτε, θα διαβάσετε.
Ο τελευταίος μόνο στίχος
τίποτε δεν θα λέει.
Κοιτώντας θλιβερά τους προηγούμενους
θα κλαίει.


Κική Δημουλά, από τη συλλογή Έρεβος (1956), Αθήνα, εκδόσεις Στιγμή, 1990.

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Οι σκιές


Jacques Émile Blanche (1861-1942),
 πορτραίτο της Anna de Noailles, 1919,
 ελαιογραφία, Musée d'art moderne et
contemporain de Strasbourg, Γαλλία.

Όταν πια θα ’μαι κουρασμένη
εδώ να ζω μόνη και ξένη
                    χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δω τη χώρα που ’ναι
οι ποιητές και καρτερούνε
                    με το βιβλίο τους.

Φρανσουά Βιγιόν, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά καθώς οι γρύλοι
                    ετραγουδούσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ’ επόνει,
όταν σ’ επρόσμενε η αγχόνη
                    κι έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
                    δεύτερος Παν,
πάντα είσαι απλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο, με κρασί,
                    pauvre Lélian; *

Και τέτοιο αν είχες ριζικό,
που άλλο δεν είναι πιο φριχτό,
                    Ερίκε Χάινε,
ούτ’ έτσι ωραίο σαν το δικό σου,
στα χέρια μου το μέτωπό σου
                    γείρε και πράυνε.

Εμένα διάβηκε η ζωή
όλη ένα δάκρυ, απ’ το πρωί
                    έως την εσπέρα.
Κι άλλο πια τώρα δε μου μένει,
παρά, θεοί μου αγαπημένοι,
                    νά ’ρθω εκεί πέρα.


Annalisabeth, Comtesse Mathieu de Noailles (1876-1933), «Οι σκιές»,
μετάφραση: Κ. Γ. Καρυωτάκης.


* Lélian: αναγραμματισμός του ονοματεπώνυμου Paul Verlain, τον οποίο είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Βερλαίν και ως τίτλο στο τελευταίο κεφάλαιο των Καταραμένων ποιητών (1888).