Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Φύλλα


φυλλα τα μεν τ’ ανεμος χαμαδις χεει, αλλα δε θ’ υλη
τηλεθοωσα φυει, εαρος δ’ επιγιγνεται ωρη

Ιλιάδα, Ζ 147-148 
  
(τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, κι άλλα το δάσος
το πυκνό γεννάει, κάθε που έρχεται της άνοιξης η ώρα)

   Οι κεντρικοί στίχοι μιας τετράστιχης παρομοίωσης της Ιλιάδας (Ζ 146-149). Ποιητικά συμπυκνώνεται η Ιστορία των θνητών, συντρίβεται η ανθρωποκεντρική αλαζονεία και χλευάζεται - μέσα στο ίδιο το πεδίο της μάχης - η ματαιοδοξία του πολέμου (πβ. Φ 461-467). Στη συνέχεια, οι δύο Ξένοι (Διομήδης και Γλαύκος), αντί να επιτεθούν, συνδιαλέγονται, ανακαλύπτουν όσα τους ενώνουν και ανταλλάσσουν όσα τους χωρίζουν: τα όπλα τους. Κι ας είναι άνιση ανταλλαγή: χάλκινα δίνει ο Αργίτης, χρυσά ο σύμμαχος των Τρώων. (Με την επέμβαση του Ξένιου Δία, ο Γλαύκος «τρελαίνεται» και παραδίνει το χρυσάφι του αμαχητί). Έτσι, τα όπλα γίνονται δώρα. Η ετερότητα, εγγύτητα. Οι παραλίγο μονομάχοι ξεπεζεύουν, δίνουν τα χέρια και υποδέχονται τα λάφυρα της φιλίας. Ακόμη περισσότερο: Ανταλλάσσουν για λίγο εαυτούς – ο ένας χαρίζει τη ζωή στον άλλο. Ο πόλεμος συνεχίζεται, όμως κανείς από τους δύο δεν είναι πια ο ίδιος.

   Πρόκειται μόνο για το επιστέγασμα της Διομήδους Αριστείας (ραψωδία Ε); Όχι βέβαια. Οι αντίπαλοι συνομιλούν ισότιμα. Είναι και οι δύο εν δυνάμει νικητές. Ο γιος του Τυδέα δηλώνει εξ αρχής το θαυμασμό του για τον εγγονό του Βελλερεφόντη. Αν είσαι θεός, του λέει, δεν θα τα βάλω μαζί σου – αυτό το λάθος έκανε ο Θρακιώτης βασιλιάς των Ηδωνών Λυκούργος, με το νέο θεό Διόνυσο, γι’ αυτό και τυφλώθηκε από το Δία (Ζ 128-141· το θέμα πραγματεύθηκε ο Αισχύλος στη χαμένη τριλογία Λυκούργεια). Σκόπιμα, αίφνης, υπεισέρχεται το διονυσιακό στοιχείο. Η ερμηνεία του επεισοδίου Γλαύκου και Διομήδη δεν μπορεί να εξαντλείται στην ηθική αριστεία, την παραμυθητική επιβράδυνση και την ψυχική προετοιμασία για τις τελευταίες συναντήσεις του Έκτορα εντός των τειχών. Εδώ, ο Ποιητής υπονομεύει γενναία το ηρωικό του έπος. Αλλά και στην οδυσσειακή «Μεγάλη Νέκυια», θα βάλει στο στόμα του νεκρού Αχιλλέα λόγια ακόμα πιο αντιηρωικά και τολμηρά:
 
«Μη θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Οδυσσέα γενναίε·
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,
άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιός,
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών». […]
 
(Οδύσσεια, λ 488-491, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης)
 
«Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο», ενδεχομένως να σχολίαζε ο Νίτσε.


Μεγάθυμε γιε του Τυδέα, τι με ρωτάς για τη γενιά μου;
Όπως των φύλλων η γενιά, τέτοια και των ανθρώπων η φυλή·
τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, άλλα φυτρώνουν όμως
στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης.
Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά,
φυλλορροεί η άλλη και μαραίνεται.
 
(Ιλιάδα, Ζ 144–149, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης)