Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Κοῦφον γὰρ χρῆμα

                   α’

Αργύρης Χιόνης (1943-2011)
Πρέπει αν είμαι ποιητής τώρα να τ’ αποδείξω
Δεν ξέρω αν θα ’χω άλλη ευκαιρία
Ο τεχνητός ετούτος ήλιος ο καιρός μας
Γρήγορα εξατμίζει τους ανθρώπους
Πιο γρήγορα τους ποιητές

Πρέπει τώρα πριν εξατμιστώ
Ν’ απασφαλίσω τον εκρηκτικό μηχανισμό
Που κουβαλάω κρυμμένο στο κρανίο μου
Ν’ ανατινάξω τα τοιχώματα της σκέψης
Να ξεχυθούνε τα μυαλά μου σα ροδιού ρουμπίνια
Σαν πυρωμένα θραύσματα υπέροχης οβίδας
Σφυρίζοντας μες στον αγέρα απειλητικά
Όπως σφυρίζει η ποίηση όταν ποίηση είναι

                   β’

Είναι κάτι πρεσβυωπικά γερόντια οι ποιητές
Μονάχα μακριά μπορούν να δουν
Μακριά στο παρελθόν μακριά στο μέλλον
Τα πράγματα τα κοντινά δεν τα διακρίνουν
Παραπατούν σκοντάφτουνε τρεκλίζουν
Τα χέρια απλώνουνε ψαχουλευτά πασχίζουν
Σαν την τυφλόμυγα πού βρίσκονται να βρουν

Το σήμερα μαντήλι γύρω απ’ τα μάτια τους δεμένο

                   γ’

Κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά
Θα μπορούσα βέβαια να πνίξω ακόμα
Κι αυτή την ήσυχη κραυγή να βουβαθώ
Να κάτσω σιωπηλός και να κοιτάζω
Ετούτη την αργή καταστροφή
Κι ίσως να ’ταν καλύτερα μπορεί
Έτσι βουβός να τραγουδούσα πιο ωραία
Πιο σωστά την τήξη του καιρού μου

                   δ’

Η ποίηση πρέπει να ’ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα ’χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου

                   ε’

Σου ’δωσα δυο πόδια ποίησή μου
Για να πορευτείς προς τους ανθρώπους
Σου ’δωσα δυο χέρια να τους αγκαλιάσεις
Σου ’δωσα κι ένα γυμνό διάφανο κορμί
(διάφανο δέρμα για να φαίνεται η σάρκα,
διάφανη σάρκα για να φαίνονται τα κόκαλα,
διάφανα κόκαλα για να μην κρύβουν το μεδούλι)
Για να μπορούν να βλέπουν οι άνθρωποι
Όλο το μέσα κόσμο σου κι ακόμα
Τον κόσμο που ’ναι πίσω σου και πέρα
Και μοναχά το πρόσωπό σου ποίησή μου
Σκέπασα μ’ ένα πέπλο μισοδιάφανο
Να φαίνεται και να μη φαίνεται
Στα μάτια σου ο πόνος
Να φαίνονται και να μην φαίνονται
Τα χείλια σου όταν τραγουδάς

                   στ’

Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν
Του χεριού μου που τα γράφει
Είναι πιο δυνατά απ’ το χέρι μου που τρέμει
Κάθε φορά που εκτελεί τις εντολές τους

Τα ποιήματά μου με ποιούν δεν τα ποιώ
Το πρόσωπό μου αδιάκοπα αλλάζουν
Λες και είμαι ζύμη και με πλάθουν

Τα μόνα ποιήματα που ποίησα εγώ
Τα μόνα που ήταν πιο αδύναμα από μένα
Είναι όσα τόλμησα να σκίσω ή να μην γράψω
 

Αργύρης Χιόνης, «Κοφον γρ χρμα»*, Τύποι ήλων, Θεσσαλονίκη, εκδ. Εγνατία/Τραμ, 1978.
 
* […] «κοῦφον γὰρ χρῆμα ποιητής ἐστιν καὶ πτηνὸν καὶ ἱερόν, καὶ οὐ πρότερον οἷός τε ποιεῖν πρὶν ἂν ἔνθεός τε γένηται καὶ ἔκφρων καὶ ὁ νοῦς μηκέτι ἐν αὐτῷ ἐνῇ·» (Πλάτων, Ίων, 534b).
«γιατί ο ποιητής είναι κάτι πολύ ανάλαφρο, που πετάει, κάτι ιερό, και δεν μπορεί να δημιουργήσει προτού να τον κυριέψει ο ενθουσιασμός και πέσει σε έκσταση και πάψει πια να έχει μέσα του λογικό·» (μετάφραση: Ν. Σκουτερόπουλος).