Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Σατιρικόν οξύμωρον


Μελισσάνθη

Σκοτείνιασε όταν έπεσε το φως τυφλωτικό
Λιγόστεψε όταν ο αριθμός έγινε πολλαπλάσιος
Οι λύσεις γίναν κόμπος άλυτος
κι όταν η Αριάδνη έτρεξε λυσίκομη
κύλησε ανάποδα το κουφάρι της
Τότε ο κάβουρας έγινε ωκύποδας
κι ο Αχιλλέας χελώνα. Πήδηξε
έξω απ᾿ την εξίσωση του Ελεάτη
αδιαφορώντας για το πρόβλημα του χωροχρόνου
αδιαφορώντας για το αγώνισμα στον Ιππόδρομο
και τα χαμένα στοιχήματα
την ανατίμηση του πετρελαίου
τον πυρετό του χρυσού
την παγκόσμια κρίση
ενώ γύρω του ξεφώνιζαν υστερικά:
Rent a car... Rent a car...

Ορυμαγδός από εκσκαφείς κι αριθμομηχανές
ανοίγουν σ᾿ όλα τα τοιχώματα ρωγμές
Οι δρόμοι με τα μεγαθήρια κτίρια κυματίζουν
– σχηματίζονται, αποσχηματίζονται
υψώνονται κυκλώπεια τείχη
κι αντιστοιχίες στίχων –

Βραδινό τοπίο με τριζόνι
Η νύχτα αναποδογυρισμένη ομπρέλα
μαζεύει σκόρπιο κεχριμπάρι
Ρομαντισμός και φεγγάρι
κυλάει αποκεφαλισμένο στην άσφαλτο
ενώ από ένα σφάλμα computer
ο κόσμος τινάζεται στον αέρα.

Μελισσάνθη (Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη), «Σατιρικόν οξύμωρον»,
Τα νέα ποιήματα, 1974-1982, Αθήνα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1982.