Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Ο καλός Θεός


Pierre-Jean de Béranger (1780-1857)

Μια μέρα με το σκούφο της νυκτός,
    εβγήκε στ’ ουρανού το παραθύρι,
κι εκοίταζε αφρόντιστα ο Θεός
    τους κόσμους και τους τόπους που είχε σπείρει.
    «Μη χάθηκ’ η γη», είπε, και κοιτά,
    την είδε σε μια κόχη να γυρνά·
εγέλασε, κουνεί την κεφαλή,
    και λέει με πονήρια και με χάρη:
«Αν ξέρουν το τι κάνουν εδ’ εκεί,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει».

«Βρε, άνθρωποι, τι πράγματα κουτά
    εμπήκαν στο μυαλό σας εκεί κάτω!»
(είπ’ ο Θεός κι ερούφηξε μεμιά
    ένα βαθύ ποτήρι ρετσινάτο).
    «Για σας ότι φροντίζω δα πολύ
    νομίζετε πως έχω συλλογή
τι κάνει το φτωχό σας το κουφάρι,
    εκεί όπου παράμερα γυρνά!
Της γης σας να βαστώ το χαλινάρι
    αν σκέφθηκα ποτέ, μωρέ παιδιά,
    ο διάβολος, σας λέω, να με πάρει
                                  να με πάρει.

Σας έδωκα, ως βλέπω, του κακού
    κρασί, γυναίκες, τόσες ευτυχίες,
και θέλετε το πράμα του αλλουνού
    και κάνετε πολέμους, εκστρατείες·
    ξεσχίζεσθε σαν όρνια στ’ όνομά μου,
    φωνάζετε πως είστε στράτευμά μου
και λέτε πως σας βοηθώ κι εγώ·
    αν ξέρω τι θα πει σπαθί, κοντάρι,
αν έκαμα ποτέ τον στρατηγό,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει.

Σε στόφες και χρυσάφια βουτημένοι,
    σε θρόνους με διαμάντια καρφωτοί,
με μούτρα λαδωμένα, φουσκωμένοι
    σαν κόκοροι, τι ζώα είν’ αυτοί;
Τους λέτε βασιλιάδες και σαν λύκοι
    βυζαίνουν σας τα άκακα αρνιά,
και λεν πως ευλογώ το καμιτσίκι
    που έχουν για τη ράχη σας – χαμπάρι
αν έχω για τα πράγματα αυτά,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει.

Εκείν’ οι άλλοι μαύροι πειρασμοί
    μου χάλασαν τη μύτη από λιβάνι,
θα κάμουν τη ζωή σαρακοστή,
    φωνάζουν, — πως αν δεν μεταλαμβάνει
    ο άνθρωπος, θα πάει θετικά
    στην κόλαση· πως έχουν τα κλειδιά
του ουρανού, και τρέχουν με καμάρι
    να δώσουν ευχές και ευλογίες·
αν ξέρω απ’ αυτές τες ιστορίες,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει.

Για ύστερη σας δίνω συμβουλή
    ν’ αφήσετε, παιδιά, αυτές τες τρέλες!
Αν θέλετε να σώστε την ψυχή,
    χαρείτε το κρασί και τες κοπέλες!
    Προσέξετε, σας προειδοποιώ,
    γιατί σας πνίγω πάλι στο νερό!
Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά!
    Εάν ποτέ πατήσει το ποδάρι
στο σπίτι μου αυτ’ η σφηκοφωλιά,
    ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
                                     να με πάρει».


Pierre-Jean de Béranger (Βερανζέρος), «Ο καλός Θεός»,
μετάφραση: Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Ζαν Μορεάς).