[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Το φως που καίει

Μανόλης Πρατικάκης (1943-)
 

Εκείνοι που άναβαν φωτιές δε ζούνε πια·

άλλοι έπεσαν στα χαρακώματα, άλλοι γυρίσανε

στα σπίτια προδομένοι· οι πιο πολλοί με χωνεμένα πρόσωπα

σιωπηλοί, προσεκτικοί ή ευνούχοι.

Μένουν ακόμα οι στάχτες της φωτιάς μες στην ψυχή τους

κι οι γλάροι να φυτεύουν κύκλους στην πικρή ερημιά.

 

Μπορώ κάποτε να χαίρομαι τη μυστική ομορφιά σου

εκείνο που στα μάτια σου χαμογελά αγέρωχα στο φόβο.

Αυτό το φως που σε δείχνει, που σε σημαδεύει.

Αυτό το φως που γυρίζει μέσα σου, η δροσερή φωτιά

και δεν μπορεί να μείνει η σκέψη σου φτενή

μια πεθαμένη φλούδα βραδινής ομίχλης·

το βαθύ σου στόμα σιωπηλό μέσα στις γάζες

δεν είναι βολετό

μ’ αυτά τα φλογισμένα στάχυα που κρατάς

ακόμα και στον ύπνο σου να Υπάρξεις

σε μια απλή στιγμή δική σου,

μ’ αυτές τις κάννες που γυρεύουνε ολημερίς τα βήματά σου

μ’ αυτή την ιερή πρόκληση των χεριών σου.

Όταν τελειώνει το μελάνι

και βουτάς την πένα

στο χυμένο σου αίμα για να συνεχίσεις.

Όταν τελειώνει η γύρη της φωτιάς

και βάζεις ενέχυρο

το δικό σου θάνατο για να μη σβήσει.

 

Μανόλης Πρατικάκης, «Το φως που καίει», Ποίηση 1971-’74, εκδ. 70/Πλανήτης, 1974.