[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Τρίτη 21 Μαρτίου 2023

Πιστοποιητικό υγείας

 
     Οι άλλοι δοκίμασαν να ζήσουν, αφού τους ξέχασε η μέθη και ο θάνατος. Μα ο καιρός είχε μοιράσει τα χωράφια του, – τον ελαιώνα και τη θάλασσα, είχε παντρέψει τα κορίτσια του και λιάζονταν σε κάποιο γηροκομείο. Ταξίδεψαν στην επαρχία, έβγαλαν από δω και από κει λίγους παράδες, μπάλωσαν κάτι τρύπες, έκαναν θόρυβο, έκαναν θόρυβο καθώς προχώρησαν ανάμεσα στα έπιπλα της μικρής τους ευτυχίας. Έτσι κηδέψανε τον Καρυωτάκη και πέρασαν τα χρόνια. Για τα δικά τους γερατειά τούς έμεινε αυτό το άθλιο υπόγειο με τους υγρούς υπαινιγμούς ενός λησμονημένου κήπου, τους έμειναν μόνο οι καρέκλες που κάθε μέρα άλλαζαν μνημόσυνα, στις δέκα η ώρα το βράδυ έπεφτε πάντα η σιωπή που τους είχε κρίνει. Το μεσημέρι λάβδανο. Όταν χτυπάει το κύμα, δεν είναι ν’ ανοίξει κανείς.
 
 
Μάριος Μαρκίδης, «Πιστοποιητικό υγείας», Η λυρική πλάνη (1960 - 1970). Στο: Μετά είκοσι έτη, Αθήνα, εκδόσεις ύψιλον / βιβλία, 1985.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023

Ψυχοστασία

 
Αυτούς, που στείλαν στο χαμό, τους φέρνει πίσω η άνοιξη·
γυρνάνε με τον άνεμο τη νύχτα στις αυλές,
χτυπιούνται μ’ αναφιλητά οι πόρτες και τα παράθυρα
κι οι τρομαγμένες στέγες μας τρίζουνε σαν καράβια.
Ποιος έρχεται κι οι στράτες μας πικρομοσχοβολάνε;
Αν είν’ ο γιος, σκιρτά η καρδιά, τα γόνατα στυλώνουν,
αν ο πατέρας, λύνονται τα χέρια της ορφάνιας
κι αν ο καλός μου… σ’ ένιωσε η χλωμάδα της αγάπης.
Αυτούς, που στείλαν στο χαμό, τους φέρνει πίσω η άνοιξη.
Αυτοί δεν ήταν τρόχαλα να σκορπιστούνε, να χαθούν
                                         στης αρνησιάς τη στράτα
– δεν είναι οι άνθρωποι πέτρες να βουλιάξουνε βαθιά
                                                          στο χωρισμό,
δεν είναι η νιότη δάκρυ να στεγνώσει, να σβηστεί
                                   στου πένθους το μαντήλι –
αυτοί δεν ήταν σκόνη στα μαλλιά, πάχνη στα δάχτυλά μας,
να μας τους πάρει ο άνεμος.
Μουγκρίζει τώρα και βογγάει της λησμονιάς το σύννεφο,
δεν τους χωράει ο θάνατος,
γιατί ήταν όλοι νέα παιδιά,
οι λατρευτοί της θάλασσας, της ποτισμένης γης και των σταχυών.
Στων κοριτσιών το καρδιοχτύπι πάντα θα γυρνούν
και μες στα μάτια των παιδιών – φεγγάρια κι άστρα…
[…]

Βύρων Λεοντάρης, από την ποιητική συλλογή Ορθοστασία (1957), ΙΙΙ (απόσπασμα). Στο: Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-2006), Αθήνα, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 2017.