[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Η μπαλάντα του ξεσηκωμού


Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο
η οργή του λαού,
κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
ποιος, ποιος τη σταματάει.

Κοιλάδα της Φουέντε Οβεχούνα,
το χέρι που σ’ έσπερνε
τον κεραυνό τώρα κρατάει,
ποιος το σταματάει, ποιος το σταματάει,
ποιος, ποιος το σταματάει.

Αιώνες γονατισμένη από την πίκρα
η ψυχή του λαού,
φτερούγες τώρα βγάζει κι ανεβαίνει,
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
ποιος, ποιος τη σταματάει.

 

«Η μπαλάντα του ξεσηκωμού», από την παράσταση του έμμετρου θεατρικού έργου Φουέντε Οβεχούνα (γράφτηκε στα 1612-1614 και εκδόθηκε στη Μαδρίτη το 1619) του Ισπανού συγγραφέα και ποιητή Lope de Vega (1562-1635), στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (πρεμιέρα 20/1/1977), με μουσική του Θάνου Μικρούτσικου (1947-2019). Βλ. τον ομότιτλο κύκλο τραγουδιών, Lyra, 1977. 
Οι στίχοι είναι του σκηνοθέτη της παράστασης, Γιώργου Μιχαηλίδη (1938-2018), βασισμένοι στο θεατρικό κείμενο που αφηγείται την εξέγερση των κατοίκων του αγροτικού χωριού Φουέντε Οβεχούνα (στην περιοχή της Καστίλης) ενάντια στον τοπικό διοικητή, το έτος 1476, επί βασιλείας Φερδινάνδου Β΄της Αραγονίας και Ισαβέλας Α΄της Καστίλης.

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

Εποχή αντιπάθειας

 
Η αντιπάθεια απλώνεται σαν πανώλη·
αντίπαλος είναι του πάθους
εχθρός της συμπόνιας.
Τα ζώα που με ημέρευαν
– όλα τ’ αγαπούσα –
σέρνονται τώρα σαν φίδια
στέκονται σαν αρπαχτικά
με γουρλωμένα μάτια
και μήνυμα μου στέλνουν
πως ό,τι ζει δεν είναι πάντα για καλό
κι ό,τι πεθαίνει
δεν είναι πάντα απελπισία.
 
Οι άντρες
με τα προκλητικά παντελόνια
υφάσματα τεντωμένα με φαντασία
ελαφρά αξύριστοι
με την έξυπνη ματιά
που μεταμορφωνόταν σε κτηνώδη
και χυνόταν πηχτή
στα λευκά σεντόνια
βουλιάζουν
στα μουχλιασμένα νερά της μνήμης
κι ούτε λίγη συμπάθεια
δεν αφήνουν πίσω τους
λίγο δέος για τα κατορθώματά τους.
 
Και οι γυναίκες, οι φιλενάδες
που μαζί πλέκαμε τον ιστό της ζωής
γελάγαμε με κάθε στραβο-βελονιά
κι άνθιζαν τα απόρρητα μυστικά
στα λαμπερά χείλη μας
εμείς, που στα σπλάχνα μας
νιώθαμε την παρουσία μας στη γη
σημαντική
ακόμη κι αν μόλις είχε βροντήξει
πίσω του την πόρτα «εκείνος»
έγιναν κουραστικές κυρίες
με εμμονές, μανίες νοικοκυροσύνης
ή απελπισμένες κινήσεις
για να προλάβουν το τελευταίο τρένο
της διασημότητας.
 
Αλλά τη φοβερότερη αντιπάθεια
τη νιώθεις για κείνον
που τα νιώθει όλ’ αυτά
λες κι ήταν αυτός κάποιο ανώτερο ον
λες κι είχε φτερά
και πετούσε πάνω από νεκρούς
φιλοδοξίες κι απορρίμματα
λες κι ήταν
ο δικός σου εαυτός
λιγότερο άχρηστος και αντιπαθητικός.
 
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020), «Εποχή αντιπάθειας»,
Η ανορεξία της ύπαρξης, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011.