[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Η ψυχανάλυσις των φαντασμάτων

                              …αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών
                              και κύμβαλον αλαλάζον.
                                                            ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ
 
Σα μπαίνει το καράβι της αγάπης, τη νύχτα, μες στο λιμάνι, το υποδέχονται οι μυστηριώδεις μουσικές της ερημιάς. Γύρω, τα νερά γιομίζουν λουλούδια όλων των ειδών και όλων των χρωμάτων, και μιαν άσπρη σειρά από γυμνές γυναίκες μας περιμένει στην προκυμαία. Είναι έτοιμες, όλες τους, στο πρώτο μας νεύμα, να φορέσουν αμέσως την κόκκινη στολή των βουτηχτάδων. Όχι όμως για να κατεβούν στα βάθη της θάλασσας, αλλά μόνο και μόνο για νάρθουν να μας περιμένουν, ίσως κι ώρες ολόκληρες, ακούραστα, στοργικά, στην είσοδο του υπογείου σιδηροδρόμου. Εμείς, φυσικά, φτάνουμε αναπάντεχα, κουνώντας τα μεγάλα φτερά μας και φωνάζοντας λόγια ασυνάρτητα κι ωραία. Τότες γίνεται απότομα πιο αισθητή η ησυχία του εξοχικού τοπίου, κι έτσι μες στα σκοτάδια, απ’ τα χωράφια, ξεπετιούνται άνθρωποι μαυροντυμένοι, που είναι οι κομήτες, και πιάνα ορθά, με τα λευκά τους πλήκτρα, που είναι τα άστρα. Οι σημαίες κυματίζουν στον άνεμο, σε κανονικά διαστήματα ηχούν τα μυδραλιοβόλα, και τα παιδιά τραγουδούν. Στ’ αυτιά μας ακούμε τα προφητικά ονόματα των γυναικών που θ’ αγαπούσαμε. Επίσης και το όνομα μιας πόλεως: Σινώπη. Εγώ όμως δεν φοβούμαι το θάνατο, γιατί αγαπώ τη ζωή.
 
Νίκος Εγγονόπουλος, «Η ψυχανάλυσις των φαντασμάτων»,
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, 1939.