[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Λαβύρινθος - 1

Πόρτα ποτέ δε θα υπάρξει. Κι είσαι μέσα
και το μέγαρο αγκαλιάζει το σύμπαν·
δεν έχει ούτε μπρός ούτε πίσω όψη
ούτε περίβολο ούτε κέντρο μυστικό.
Μην ελπίζεις πως ο απέραντος δρόμος
που πάλι διακλαδίζεται σ' άλλον,
που πάλι διακλαδίζεται σ' άλλον,
κάπου τελειώνει. Το ριζικό σου αλύγιστο
σαν τον κριτή σου. Μην περιμένεις να σου ορμήσει
ο ταύρος που είναι άνθρωπος κι η αλλόκοτη,
πολύμορφη όψη του σκορπάει τον τρόμο
μέσα σ' αυτό το μπερδεμένο πέτρινο κουβάρι.
Δεν υπάρχει. Να μην ελπίζεις ούτε καν
μέσ' απ' το φοβερό σκοτάδι να φανεί το τέρας.

J. L. Borges, Το εγκώμιο της σκιάς. (Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης).

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Ο Οιδίποδας στον Κολωνό

Θέλεις από νοσταλγία, θέλεις από πλήξη θα προτιμήσω
να ξαναπάρω τον δρόμο προς τα πίσω.
Ζητιάνος έστω, γύφτος, με τσιμπλιασμένα μάτια
παρά βαπόρι στην αθηναίικη πραμάτεια.

Έγραψα μέτρια, ίσως δυσάρεστα ποιήματα.
Κλείσαμε πάντως τώρα το ταμείο
η Αντιγόνη μου θα φροντίσει και τους δύο
  ιδίως πώς θ’ απαντηθούν τα ερωτήματα.

Πολιτική συνείδηση μηδέν, έργο κοινωφελές καθόλου
κουρελιάστηκε στα μήντια το όνομά μου.
Σκανδάλισε τους χρηστούς πολίτες το αμάρτημά μου
«Τι κτήνος γείτονα! Τέρας, φύτρα του διαόλου

Πατροκτόνος, σου λέω, αιμομίχτης! Καθίκι»
Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.
  Πίνω τον πρωινό καφέ μου σκέτο
και προτιμώ να νοσηλεύομαι οίκοι.


Μάριος Μαρκίδης, Παρά ταύτα, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 2001.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Φύλλα


φυλλα τα μεν τ’ ανεμος χαμαδις χεει, αλλα δε θ’ υλη
τηλεθοωσα φυει, εαρος δ’ επιγιγνεται ωρη

Ιλιάδα, Ζ 147-148 
  
(τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, κι άλλα το δάσος
το πυκνό γεννάει, κάθε που έρχεται της άνοιξης η ώρα)

   Οι κεντρικοί στίχοι μιας τετράστιχης παρομοίωσης της Ιλιάδας (Ζ 146-149). Ποιητικά συμπυκνώνεται η Ιστορία των θνητών, συντρίβεται η ανθρωποκεντρική αλαζονεία και χλευάζεται - μέσα στο ίδιο το πεδίο της μάχης - η ματαιοδοξία του πολέμου (πβ. Φ 461-467). Στη συνέχεια, οι δύο Ξένοι (Διομήδης και Γλαύκος), αντί να επιτεθούν, συνδιαλέγονται, ανακαλύπτουν όσα τους ενώνουν και ανταλλάσσουν όσα τους χωρίζουν: τα όπλα τους. Κι ας είναι άνιση ανταλλαγή: χάλκινα δίνει ο Αργίτης, χρυσά ο σύμμαχος των Τρώων. (Με την επέμβαση του Ξένιου Δία, ο Γλαύκος «τρελαίνεται» και παραδίνει το χρυσάφι του αμαχητί). Έτσι, τα όπλα γίνονται δώρα. Η ετερότητα, εγγύτητα. Οι παραλίγο μονομάχοι ξεπεζεύουν, δίνουν τα χέρια και υποδέχονται τα λάφυρα της φιλίας. Ακόμη περισσότερο: Ανταλλάσσουν για λίγο εαυτούς – ο ένας χαρίζει τη ζωή στον άλλο. Ο πόλεμος συνεχίζεται, όμως κανείς από τους δύο δεν είναι πια ο ίδιος.

   Πρόκειται μόνο για το επιστέγασμα της Διομήδους Αριστείας (ραψωδία Ε); Όχι βέβαια. Οι αντίπαλοι συνομιλούν ισότιμα. Είναι και οι δύο εν δυνάμει νικητές. Ο γιος του Τυδέα δηλώνει εξ αρχής το θαυμασμό του για τον εγγονό του Βελλερεφόντη. Αν είσαι θεός, του λέει, δεν θα τα βάλω μαζί σου – αυτό το λάθος έκανε ο Θρακιώτης βασιλιάς των Ηδωνών Λυκούργος, με το νέο θεό Διόνυσο, γι’ αυτό και τυφλώθηκε από το Δία (Ζ 128-141· το θέμα πραγματεύθηκε ο Αισχύλος στη χαμένη τριλογία Λυκούργεια). Σκόπιμα, αίφνης, υπεισέρχεται το διονυσιακό στοιχείο. Η ερμηνεία του επεισοδίου Γλαύκου και Διομήδη δεν μπορεί να εξαντλείται στην ηθική αριστεία, την παραμυθητική επιβράδυνση και την ψυχική προετοιμασία για τις τελευταίες συναντήσεις του Έκτορα εντός των τειχών. Εδώ, ο Ποιητής υπονομεύει γενναία το ηρωικό του έπος. Αλλά και στην οδυσσειακή «Μεγάλη Νέκυια», θα βάλει στο στόμα του νεκρού Αχιλλέα λόγια ακόμα πιο αντιηρωικά και τολμηρά:
 
«Μη θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Οδυσσέα γενναίε·
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,
άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιός,
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών». […]
 
(Οδύσσεια, λ 488-491, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης)
 
«Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο», ενδεχομένως να σχολίαζε ο Νίτσε.


Μεγάθυμε γιε του Τυδέα, τι με ρωτάς για τη γενιά μου;
Όπως των φύλλων η γενιά, τέτοια και των ανθρώπων η φυλή·
τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, άλλα φυτρώνουν όμως
στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης.
Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά,
φυλλορροεί η άλλη και μαραίνεται.
 
(Ιλιάδα, Ζ 144–149, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης)

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Νόστος

Salvador Dali, Το πλοίο, περ. 1943.




























[…]
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,
να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
που σιγά σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια,
γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.
[…]

Κάιρο, 20 Ιουνίου 1942

Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» (απόσπασμα), Ημερολόγιο καταστρώματος Β, 1944.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Οι Μεγάλες Ουσίες

Οι πρώτες παράγραφοι ενός κειμένου για τον Διονύσιο Σολωμό, με το οποίο ξεκινά το δοκιμιακό βιβλίο του Μάριου Μαρκίδη Έμμονες Ιδέες (Αθήνα, εκδόσεις ύψιλον / βιβλία, 1990):

   Δεν πιστεύω να έχουν να μου δείξουνε στα γράμματά μας ποιητή με περισσότερους «απώτερους» σκοπούς – θα έλεγα μάλιστα εξ αρχής μη αυστηρά ποιητικούς σκοπούς, από τον Διονύσιο Σολωμό. Και μπορώ να πω, πως αυτό που συνήθως ονομάζεται σολωμική αγωνία, και που σε κανέναν ποιητή δεν εύχονται να το ζήσει, είναι πιο πολύ συνδεδεμένο με την προσπέλαση και την έκφραση αυτών των σκοπών (σκοπών όχι γενικά «ανείπωτων», όπως τους θέλει η ρομαντική φωτοφοβία, αλλ’ ίσως μόνο ποιητικά «ανείπωτων» – η ποίηση δεν τα μπορεί όλα), παρά με τα ποιητικά προβλήματα που ήταν σχετικά σε απόσταση βολής για τον Σολωμό – εννοώ σε απόσταση βολής για την ποιητική ευστροφία και το ταλέντο του, μιλάω, λ.χ., για τους Ύμνους, τις Ξανθούλες, τις Βοσκοπούλες, τα απονενοημένα διαβήματα των γελασμένων κοριτσιών. Και για τον θάνατο του βοσκού βρήκε εύκολα και πολύ νωρίς τη σωστή «βαθμολογία», και για την Ευρυκόμη, την Ψυχούλα, την Ορφανή, ακόμη και για την Τρελή Μάνα. Δεν θα βιαζόμουν να καταγγείλω σαν παραδοξολογία απλή την πρόταση ότι ο Σολωμός είναι ποιητής διά του αυτοσχεδιασμού, είτε δεν είναι καθόλου. Θα συμπλήρωνα μόνο πως ο Σολωμός μας χαράζει δι’ αυτού που δεν είναι καθόλου.
   Λέει πολλά η παρατήρηση του Πολυλά: «Εις τα Δυό Αδέλφια ο ποιητής επαράστησε την ιδέα του θανάτου, η οποία πρώτη φορά απλώνει τη φοβερή σκιά της εις μίαν αμέριμνη και παρθενική ψυχή· και ενώ τούτο ακολουθάει με θαυμαστή βαθμολογία, η απλότης του τρόπου είναι τέτοια, ώστε κινδυνεύει να μη δεχθή όλο το ωραίον του ποιήματος όποιος δεν υψωθή εις την αγνή της ψυχής διάθεση, από την οποίαν και εβγήκε καθαροστάλαχτο» – ό,τι υπογραμμίζεται, το υπογραμμίζει η δική μου γραφή. Η Τέχνη (η τέχνη με κεφαλαίο, αυτός ο πιο μεγάλος από τους μεγάλους άλλους μας) «ενίκησε τον δύσκολο αγώνα», ο ποιητής τα κατάφερε, έκανε το θαύμα του και ξεμπέρδεψε, τώρα η όποια απόδοση του θαύματος εναπόκειται πια στην ψυχική αγνότητα του αναγνώστη, στη δεκτικότητά του όπως λέμε σήμερα. Το ποίημα, αντί να δοκιμάζεται, δοκιμάζει την παρθενιά μας, του αποδίδουμε λογαριασμό – εδώ αρχίζει για μας πλέον η αγωνία, τα μεγάλα ζόρια… Έτσι διαβάζω την πρόταση του Πολυλά κι είμαι βέβαιος πως δεν την παρεξηγώ – ο Πολυλάς ζούσε ακόμη σε μια εποχή που μπορούσε να απαιτεί «επαρκείς αναγνώστες».
   Είναι, τώρα, πασίγνωστο πως στον βίο και το έργο του Σολωμού υπήρξαν πολλοί «δυσκολότεροι αγώνες», κι εκεί, ανάλογα με το θάμπωμα και τη γενναιοψυχία μας, δεν μπορούμε πάντα να πούμε πως ο ποιητής ενίκησε. Το αντίθετο, τις περισσότερες φορές, εξακολουθεί και μετά το τέλος του αγώνα, από το σημείο να πούμε που δεν «παίρνει άλλο», που πήγανε στράφι όλες οι αναβολές, να είναι φορτωμένος μ’ όλα τα χρέη – ο στενόκαρδος αναγνώστης, αν ζητήσει από το Σολωμό να του δώσει όσα ο ίδιος ο Σολωμός υποσχέθηκε άπλερα κατά καιρούς να δώσει, έχει κάθε δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί: Πού είναι ο υπόλοιπος Λάμπρος – πώς θα περάσουμε δηλαδή από την «ανωμαλία» της ηθικής συνείδησης στη μετάνοια και στη Χάρη, ή από τη στέρηση της ελευθερίας στην ελευθερία, πού είναι ο Κρητικός, που θα συγχώνευε, λέει, την αγάπη της γενέθλιας γης στην αγάπη της γυναίκας, πού είναι το «Ποίημα του Χρέους» και η υπέρτατη ευτυχία που θα ανάβλυζε όταν οι πολιορκισμένοι του Μεσολογγιού θα είχαν πλέον πιεί ως τον πάτο το ποτήρι; Πού είναι, για να πάμε και πιο μακριά, το Carmen Seculare, η άλλη μεγάλη σύνθεση που θα έφερνε τον αγέλαστο τίτλο «Ανατολικός Πόλεμος», ή ο αντίστροφος Λάμπρος, η ευγενικιά ψυχή, ο Νικηφόρος Βρυέννιος; Για όσους γελάστηκαν και κράτησαν, περιμένοντας, μεγάλο καλάθι, πού είναι ο Δάντης, η μεγαλειώδης στιγμή της ταυτότητας μιας γλώσσας που φαινόταν να έχει χάσει την ταυτότητά της ανάμεσα στο στόμα του Κοραή και στο στόμα του αρβανίτη; Ανοίγω, εδώ, μια βιαστική παρένθεση: Απογοητευμένοι από τον Σολωμό, δεν συνετιστήκαμε. Όλα όσα θα θέλαμε, μέχρι σήμερα, να είχαμε, τον δικό μας Ντίκενς, τον δικό μας Έλιοτ, τη δική μας αμφισβήτηση, τα παραγγέλνουμε στο εξωτερικό…
   Από τον Νικηφόρο Βρυέννιο, τον τόσο πολύ κυριαρχημένο από τον «αόρατο Μονάρχη» (θέλω να πω, το Θεό, το πνεύμα, o altra cosa), σώθηκαν δε σώθηκαν – δηλαδή γράφτηκαν δε γράφτηκαν – τέσσερεις πέντε στίχοι, και κανείς τους δεν περιέχει την ιδανικοποιητική πρόθεση, που ανατέλλει μόλις και μετά βίας σ’ έναν στοχασμό και στη λατρευτική μνήμη του Ιάκωβου Πολυλά. Από τον Ανατολικό Πόλεμο περισώθηκαν δυο στίχοι, κι άλλοι δυο, αμφίβολοι, εκπεσμένοι σε υποσημείωση. Από την Ελληνίδα Μητέρα σώθηκε ένας. Οι ποιητικές ιδέες ανακατεύουν εναγώνια τα χειρόγραφα γυρεύοντας το ταίρι τους. Παντού, πάλι, η ερωτευμένη προφορική παράδοση έσωσε ό,τι στίχους κι όσα σχέδια είχε να περισώσει κι ύστερα σώπασε – έχει δηλαδή σωπάσει πια εδώ κι εκατό περίπου χρόνια… Η δαιμονισμένη γραφή, και το θάμπωμα, και ο έρωτας, δεν μπόρεσαν να σκαρφαλώσουνε πάνω απ’ την αποτυχία. Αυτό το ξέρουμε. Όπως ξέρουμε και τι σημαίνει για τη διορία της ποίησης η σολωμική αποτυχία. Όμως, από την άποψη των Μεγάλων Ουσιών, πιο πολύ μας ενδιαφέρει νομίζω μια άλλη στιγμή της αποτυχίας του Σολωμού, ένας άλλος απώτερος σκοπός, άπιαστος κι αυτός: «Τώρα αισθάνονται ότι θα χάσουν τα πάντα […] Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες» – παρακαλώ τον αναγνώστη να λάβει προκαταβολικά υπόψη του πως δεν πιστεύω ότι οι Μεγάλες Ουσίες είναι δουλειά της ποιήσεως, αν και πιστεύω ότι πρέπει να σπάει επάνω τους τα μούτρα της.
[…]

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Πολιορκισμένοι

[…]
Και ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα,
μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.
[…]

Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Σχεδίασμα Β΄, απόσπασμα 9.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Πατριωτικόν

Ελλάς πατρίς μου, δεν σ’ αγαπώ,
για σε δεν καίω κι εγώ λιβάνι·
πάντα για σένα κακό θα πω
κι ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι.

Όμως συγχώρει τον μισητόν,
πατρίς γλυκεία και τροφοδότις·
κι εις τόσο πλήθος πατριωτών
ας είναι κι ένας μη πατριώτης.


Γεώργιος Σουρής, Εις την πατρίδα

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Οι Ταραντίνοι


Κ. Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια, γύρω στο 1890)



























Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ’ εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ’ άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Aλλ’ απ’ αυτά απέρχοντ’ οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ’ εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.


Κ. Π. Καβάφης, "Οι Ταραντίνοι διασκεδάζουν" [1898],
Αποκηρυγμένα, Αθήνα, εκδόσεις Ίκαρος, 1983.

Πολύ περισσότερα: www.kavafis.gr

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Τα αποκηρυγμένα

Κ. Π. Καβάφης (1863-1933)
Επίλογος της εισαγωγής στην έκδοση των αποκηρυγμένων ποιημάτων (1886-1898) του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Ύψιλον / βιβλία, 1990:

[…]   Ψυχανάλυση στον Καβάφη δεν κάνω, ούτε και την παραδέχομαι στον Καβάφη. Λέω μόνο πως στα δέκα και παραπάνω χρόνια που γράφονται και δημοσιεύονται τα αποκηρυγμένα ποιήματα, τα κάθε λογής αποθαμένα του ποιητή (χωρίς να μιλάω μόνο για τους νεκρούς) δεν έχουν ακόμη ησυχάσει, δεν έχουνε συχωρεθεί – πάνε όμως σιγά σιγά να συχωρεθούν, έτσι ώστε αν είναι πολύ αποκηρυγμένο, για παράδειγμα, το Βακχικόν (1886), ίσως να είναι λιγότερο αποκηρυγμένοι οι Ταραντίνοι (1898). Κι εκείνο μάλιστα το στίχο «Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει» (Μνήμη), θα έπρεπε ο ποιητής να μην τον αποκηρύξει καθόλου. Αυτό που μένει ως Καβάφης (ακριβέστερα ως 154 παραδεκτές διαδρομές του Καβάφη), είναι το κέρδος του τεχνίτη – βλέμμα και χέρι, τέχνη και μαστοριά που αποπλέουν απ’ την αφετηριακή οξύτητα της προβληματικής του προσωπικού βίου και στήνουν το εργαστήρι τους στην ιλαροτραγωδία του ιστορικού βίου. Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι, και έτσι ακόμη, η μια απογοήτευση διαδέχεται την άλλη, μα στο μεταξύ το μπακίρι της τέχνης έχει γυαλιστεί. Η τέχνη γενικεύει, καθαρίζει το λαιμό της, επεκτείνει τα μνημόσυνά της, αξιώνει εγωιστικά τον εαυτό της για τον εαυτό της. Πάνω απ’ τα αποθαμένα της, κοιτάζει πια τα συμφέροντά της: το πώς θ’ αγαπηθεί σήμερα χωρίς να χάσει, όσο αγάπησε χτες και έχασε. Νομίζω, εν παρόδω, ότι το ίδιο επιδιώκει κι ο Σολωμός, πέρα από οποιαδήποτε φιλολογική σύμπραξη που θέλουν να αποδείξουν οι φιλόλογοι, όταν ζητάει να υποτάξει πρώτα ο νους… Μα σ’ αυτό το σημείο δεν θα προχωρήσω. Τα 154 ποιήματα του Καβάφη είναι η τέχνη του, η ακριβή του τέχνη – και δεν χωρούν καμιά προγραμματική, εφαρμοσμένη ψυχολογία. Μα τα Αποκηρυγμένα ποιήματα ΕΙΝΑΙ, νομίζω, η ψυχολογία του (και η ψυχική του πάλη) – όσο λίγη κι αν είναι εκεί μέσα η τέχνη. Και για την ψυχολογία του ίσως και μόνο, που τον σκανδαλίζει όσο τον σκανδαλίζει η ψυχολογική σιωπή του Κάλβου, είναι που ζητάει ο Γιώργος Σεφέρης να γνωρίσουμε τα «αποκηρυγμένα» του Καβάφη. Μια έκκληση του τελειωμένου αναγνώστη στην ιστορία της γραφής, μια έκκληση μετακίνησης από τον «συντελεσμένο» ποιητή στον «δυνάμει» ποιητή. Ο ποιητής, είπε, δεν έχει πια να φοβηθεί τίποτε (εννοούσε μήπως τον κίνδυνο Θεοτοκά;). Φυσικά, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ. Δεν βρίσκεται εκεί.


2.4.90: «Νομίζω πως με παραδέχεσαι με μια ευγενική άρνηση». Κ.Μ.

Μάριος Μαρκίδης

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Όλοι μαζί...

Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Mια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Aλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Aφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Aνυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Mόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.

Kι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».


Κ. Γ. Καρυωτάκης, "Ολοι μαζί...", Σάτιρες, 1927.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Για τον Καρυωτάκη

Κ. Γ. Καρυωτάκης (1896-1928)

Βύρων Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», περιοδικό Σημειώσεις, τεύχος πρώτο, Αθήνα, Σεπτέμβρης 1973. Η εισαγωγική και η καταληκτική «Θέση» παρατίθενται εδώ:
  

Ι.   Υπάρχουν ποιητές τελεσίδικα γνωστοί, υπάρχουν και ποιητές που τους ανακαλύπτουμε αδιάκοπα. Ο Καρυωτάκης είναι ο ποιητής που απωθούμε.
[…]
VIII.   Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, καθεμιά με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κομφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες κ.λπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη. Με όλους τους μηχανισμούς της δεν κατορθώνει να τον εντάξει (δηλαδή να τον αφανίσει) θετικά ή αρνητικά στο σύστημα των αξιών της. Του έδωσαν θέση στις ανθολογίες – μα οι σελίδες του μοιάζουν να θέλουν να ξεκολλήσουν και να φύγουν. Του κάνουν διαλέξεις – όπου τελικά δεν λέγεται τίποτε γι’ αυτόν. Θέλουν ακόμη να του στήσουν και προτομή – μα το μάρμαρο ασφαλώς θα ραγίσει… Ή. Δημιουργούν το πλάσμα του «καρυωτακισμού» για να τον σαβανώσουν μέσα σ’ αυτό – αλλά «καρυωτακισμός» δεν υπήρξε ποτέ, είναι το πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης. Επιχειρούν αισθητικές και φιλοσοφικές τοποθετήσεις του χωρίς αισθητική και χωρίς φιλοσοφία – όμως τα πιο έγκυρα κριτικά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ για Έλληνα ποιητή, δηλαδή τα κείμενα Παράσχου, Άγρα, Μαλάνου, δεν σβήνουν. Και τώρα τελευταία τον πετούν στην κατανάλωση, συνδέοντάς τον με τις ασημαντότητες της νεοαντιστασιακής κομφορμιστικής «αμφισβήτησης» – μα η δίψα του κόσμου για τις πηγές γίνεται όλο και εντονώτερη. Δεν μένει παρά ο μηχανισμός της απώθησης, γιατί η ωραία μας ποίηση πρέπει να ζήσει και να προκόψει. Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια και η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλαδή κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών. 

Νεώτερες βιβλιογραφικές προτάσεις για τον Καρυωτάκη:
*   Δημήτρης Αγγελάτος, Διάλογος και ετερότητα. Η ποιητική διαμόρφωση του Κ. Γ. Καρυωτάκη, Αθήνα, εκδόσεις Σοκόλη, 1994.
*   Καρυωτάκης και καρυωτακισμός, πρακτικά επιστημονικού συμποσίου (31/1-1/2 1997), Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1998.
*   Πολύ περισσότερα: http://www.netschoolbook.gr/b1-log-karyotak.html

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Η παρέα των Σημειώσεων

Τεύχος 1, Σεπτέμβρης 1973
   Αμέσως μετά τη δικτατορία του 1967-1974, μια μικρή ομάδα νέων ποιητών και διανοούμενων, με κοινό σημείο αναφοράς την προδικτατορική Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967), αλλά και τις Μαρτυρίες (1962-1966), συσπειρώθηκε γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό Σημειώσεις και τις συγγενείς εκδόσεις «Έρασμος». Το πρώτο τεύχος των Σημειώσεων είχε τυπωθεί το Σεπτέμβρη του 1973, με συνεργάτες και συνεκδότες τους: Στέφανο Ροζάνη, Μ. Αφεντόπουλο (Μάριο Μαρκίδη), Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και Βύρωνα Λεοντάρη. Μέλη της ίδιας παρέας: Μ. Λαμπρίδης (ψευδώνυμο του Μανόλη Λεοντάρη), Αντώνης Λαυραντώνης, Ανδρέας Κίτσος-Μυλωνάς, Τάσος Πορφύρης, Μάρκος Μέσκος, Παναγιώτης Κονδύλης, Σταμάτης Στανίτσας, Ρένα Κοσσέρη κ.ά. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο κύκλος των Σημειώσεων μεγάλωσε, κατακτώντας τη δική του ξεχωριστή θέση στα ελληνικά Γράμματα.

Απόσπασμα επιφυλλίδας του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, δημοσιευμένης στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, στις 24 Μαρτίου 2000:

   Εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα, ένα περιοδικό κι ένας εκδοτικός οίκος διακονούν το Ακριβό, το Πολύτιμο, το Ποιοτικό, διακονούν το πρόταγμα της αυτονομίας και της σκέψης που διαρκώς αναζητεί ίχνη ελευθερίας μέσα στο φαιό πολτό μιας εποχής, η οποία δεν παύει να ξεγελάει τον εαυτό της και όσους τη ζουν. Πρόκειται, βέβαια, για το περιοδικό «Σημειώσεις» και τον εκδοτικό οίκο «Έρασμος». Το εγχείρημα έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του εξήντα. Αιρετικές φωνές της Αριστεράς επιχειρούν από τότε να αρθρώσουν το λόγο τους. Γίνονται παρέα. Μαθαίνουν να μιλάνε αψηφώντας παγιωμένα δόγματα και ασφυκτικές πεποιθήσεις. Προτιμούν τις προσηλώσεις, όπως θα έλεγε και ο κατ’ εξοχήν ποιητής αυτής της παρέας, παρά τις πεποιθήσεις. Και εμμένουν στην υπεράσπιση του ρίγους.   […]   Στις σελίδες των «Σημειώσεων», το Ρίγος και η Νόηση δεν είναι αντίπαλοι, ανταλλάσσουν θερμές χειραψίες, μας προσφέρονται ως σύμμαχοι.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Αιώνας εμπορίου

Ο Τάσος Λειβαδίτης σε σχέδιο του Γιάννη Ρίτσου.




























H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
   εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
   λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
   δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
   χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
   ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
   περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
   μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
   δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
   μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
   θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
   ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
   προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ' όλη τη ζωή μου.


Τάσος Λειβαδίτης, «Αιώνας εμπορίου», Ποιήματα (1958-1963), Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1978.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Απόφθεγμα

                                                *

Σύντροφοι, μας τελείωσαν τα όνειρα. Αποταθείτε στο ταμείο αϋπνίας.

                                                *

Από τα "Σχέδια ανέφικτων λυρικών ποιημάτων" της συλλογής Βαποράκια του Μάριου Μαρκίδη (Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 1999, βλ. σελ. 55).

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Ποιητική

Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

― Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Tην ιερότερη εκδήλωση του Aνθρώπου
Tη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Tων σκοτεινών επιδιώξεών σας
Eν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Mε το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

― Tο τί  δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Eσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Kαι μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
N' ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Kηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.


Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ποιητική», Ο στόχος, από την ομαδική έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα, Αθήνα, Κέδρος, Ιούλιος 1970. Ενός λεπτού ακρόαση:
http://www.snhell.gr/lections/content.asp?id=21&author_id=1&page=anthology 
Και κάτι ακόμα: http://www.mednet.gr/archives/2001-4/pdf/335.pdf  

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Επιστολική δοκιμιογραφία

   Φίλε Κηρυκίδη,

   Θερμές ευχαριστίες για την παρέμβασή σου στο ποιητικό μου έργο. Δεν γνωριζόμαστε μεταξύ μας παρά ελάχιστα, μου έκανε όμως εντύπωση η ευπάθεια κι η εντιμότητά σου στην ανάγνωση της ποίησης, η σεμνότητα που σε υποχρεώνει να είσαι γενικά φειδωλός στις εκτιμήσεις σου, και -σε πολλά σημεία- η κριτική ευθυβολία σου. Μ’ εντυπωσίασε εξ ίσου και η άρτια ενημέρωσή σου περί τα ημέτερα εργοβιογραφικά. Σε εποχή μάλιστα που όλοι βιάζονται να καίνε όπως-όπως τους φακέλους… Θα φτάσουμε, ενώ θα τα ξέρουμε όλα για τον Μπάρροους και τον Γκίνσμπεργκ, να μη σκαμπάζουμε ποια είναι η διαφορά του Λειβαδίτη απ’ τον Αναγνωστάκη, και ποια περιουσία κεκοιμημένων ποιητών υπεξαίρεσε ο λεγόμενος Αφεντόπουλος.
   Θα ήθελα όμως να σου έλεγα, στα σοβαρά, και κάτι άλλο: με αναστατώνει σήμερα, που δεν έχω πια την παλιά μου ευλυγισία, να με συνδέουν τόσο αποκλειστικά με την εμπειρία μιας ορισμένης ιστορικής περιπέτειας του τόπου μας, με τη μέθη της και με την οικτρή έκβασή της, μ’ αυτό δηλαδή που συνηθίσαμε να εννοούμε αναφερόμενοι εξαπλουστευτικά σε «χαμένο κοινωνικό όραμα». Και θα ευχόμουν ν’ ανακαλύπτονταν κι άλλες εκδοχές (ή, τουλάχιστον, κι άλλα επίπεδα ερμηνειών) γι’ αυτόν τον, ας πούμε, «πεισιθανατισμό» που διατρέχει αναμφισβήτητα τα ποιήματά μου. Να μπορούσε να τα κοιτάξει κανείς κι από άλλες οπτικές γωνίες -χωρίς να αποκλείει οπωσδήποτε την προηγούμενη- είτε να μπορούσαν τα ίδια τα ποιήματα να επέβαλλαν μια πιο πρισματική ματιά στην πρόσβασή τους. Χωρίς να ζητάνε ασφαλώς χάρη… Ενδέχεται λ.χ. (κι εδώ εικασίες απλώς κάνω) να εκφράζουν στο μέτρο της δύναμής τους μιαν ιδιοσυγκρασιακή μάλλον ψυχική κατάσταση η οποία συντονίστηκε με τους ιστορικούς συγκεκριμένους όρους, παρά αποτελεί απότοκό τους. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο, τον Βάρναλη (ναι, τον Βάρναλη!), τον Σεφέρη, ποιητές δύσθυμους εκ γενετής αν και καχύποπτους πολιτικά ο ένας απέναντι στον άλλο, ποιητές που νομίζω ότι καταλαβαίνω όπως ένας ηδονοβλεψίας τον εφαψία.
   Ενδέχεται, δεύτερον, να με παράτησε σε κρίσιμη ηλικία ένα κορίτσι –κι εκεί να σταμάτησαν όλα, ή από κει να άρχισαν όλα (πράγμα που είναι το ίδιο). Τι άλλο ενδέχεται; Ενδέχεται όλα αυτά να μην είναι κατά βάθος παρά μια φιλολογική διάθεση, ένας παρακμιακός μπαροκισμός, μια μικροαστική διανοουμενίστικη υπόκριση ιστορικής απαισιοδοξίας. Το Κόμμα, τότε που διέθετε κύρος, την κατήγγειλε. Τη χλεύασε σκληρά, αλλά δεόντως. Άλλο ήττα, άλλο ανάπαυλα του κινήματος. Τα ποιήματα ορισμένων έπεσαν ανάμεσα στη μικρή ψυχή και την ανάπαυλα. Απόηχοι της μεγάλης βροντής… Δεν συμφωνώ. Δεν είμαι απόηχος. Δεν υπάρχουν απόηχοι παρά μόνο στη φαντασία των επισήμων ήχων.
   Ισχύει αυτό που έγραψα παραπάνω για τις ηχητικές συχνότητες. Κι όμως, στην πραγματικότητα πιστεύω ότι εσύ είσαι αυτός που έχει δίκιο. Η πηγή των ποιημάτων μου (τόσο μονότονα τραγικοφανών όπως τα βλέπω σήμερα, κι από ένα σημείο και πέρα απατηλά ειρωνιστικών, όπως όταν δοκιμάζει κανείς να διασκεδάσει με καλαμπούρια που αποδεικνύονται μάλλον κρύα τη μουδιασμένη ατμόσφαιρα στο πάρτι…), η πηγή των ποιημάτων μου επαναλαμβάνω, καθώς και των ποιημάτων των ομοίων μου στη διαστροφή, είναι αυτή η ακατανόητη ομαλότητα της ζωής, όταν το νόημα του να ζεις γενικώς έχει βάλει την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια του και τείνει να καταρρεύσει. Πεθαίνουμε από υπερβολική δόση ζωής, άλλος στον σταθμό Λαρίσης και στην Ομόνοια, άλλος στις Βρυξέλλες. […]

Οι πρώτες παράγραφοι από χαρακτηριστικό αυτοσχόλιο του Μάριου Μαρκίδη, γραμμένο στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1994. Δημοσιεύθηκε στην προτελευταία ποιητική του συλλογή, Βαποράκια (Νεφέλη, 1999) και συμπεριλήφθηκε αντί επιλόγου στο μεταθανάτιο «Αφιέρωμα στον Μάριο Μαρκίδη» του λογοτεχνικού περιοδικού Σημειώσεις (τεύχος 58) τον Ιανουάριο του 2004.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Ολίγα περί βίου

R. Magritte, Le Fils de l' homme, 1964
   Ο Μάριος Μαρκίδης γεννήθηκε το 1940 στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Λύκειο το 1957. Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε τον τίτλο ειδικότητας Νευρολογίας-Ψυχιατρικής το 1969. Υπήρξε μαθητής του Δ. Κουρέτα και του Κ. Στεφανή. Για δυο χρόνια, με υποτροφία του Ι.Κ.Υ., μετεκπαιδεύτηκε στην Κοινωνική Ψυχιατρική, στο Ινστιτούτο Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, κοντά στους καθηγητές J. Wing και J. Left. Εργάστηκε για 33 χρόνια στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, ανεβαίνοντας όλες τις ακαδημαϊκές βαθμίδες μέχρι τη θέση του τακτικού καθηγητή. Στο  Αιγινήτειο Νοσοκομείο οργάνωσε και διηύθυνε το Τμήμα Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, όπου πραγματοποίησε σημαντικό εκπαιδευτικό, εποπτικό, ερευνητικό και θεραπευτικό έργο, σε ατομική και ομαδική βάση. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις μονάδες μερικής νοσηλείας και τις ψυχαναλυτικού τύπου ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις. Οργάνωσε νέες δομές παροχής υπηρεσιών και δίδαξε πολλούς νεότερους ψυχιάτρους. Το επιστημονικό συγγραφικό του έργο εκτείνεται από την κλινική ψυχιατρική και την ψυχοπαθολογία μέχρι την ψυχογλωσσολογία και την ψυχανάλυση. Πήρε μέρος με ανακοινώσεις και εισηγήσεις σε πολλά ελληνικά και διεθνή ψυχιατρικά συνέδρια, συχνά συμμετέχοντας και στην οργανωτική και επιστημονική τους επιτροπή. Είχε την επιμέλεια των σελίδων βιβλιοκριτικής και ήταν πρόεδρος της συντακτικής επιτροπής (από το 2000 έως το θάνατό του, το 2003) του επιστημονικού περιοδικού Ψυχιατρική.

   Οι πρώτες του ποιητικές δοκιμές φιλοξενήθηκαν στη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας Βραδυνή. Την “πρώτη επίσημη εμφάνιση στα Γράμματα” έκανε σε ηλικία 22 ετών, φοιτητής τότε της Ιατρικής: Με το ψευδώνυμο Μάριος Αφεντόπουλος, έλαβε μέρος και διακρίθηκε στον ποιητικό διαγωνισμό που είχε προκηρύξει το 1961 το περιοδικό Πανσπουδαστική σε συνεργασία με τον Ταχυδρόμο. Το ποίημά του «Εκμαγείο» απέσπασε έπαινο και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39-40 της Πανσπουδαστικής τον Μάη του 1962. Στην κριτική επιτροπή συμμετείχαν οι Νικηφόρος Βρεττάκος, Οδυσσέας Ελύτης και Γιάννης Ρίτσος. Είχαν στείλει ποιήματά τους 244 φοιτητές και ανάμεσα στους 23 διακριθέντες ήταν οι Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Μάνος Ελευθερίου, Γιάννης Ευσταθιάδης, Θεόδωρος Πάγκαλος. Με την ποιητική του σύνθεση «Πρόλογος στο σπαθί» εμφανίστηκε την ίδια χρονιά στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης (τεύχος 92, Αύγουστος 1962, σσ. 179-180). Το πρώτο του ποιητικό βιβλίο τυπώθηκε ιδίοις αναλώμασιν ένα χρόνο αργότερα (Ένα κορίτσι, το καλοκαίρι…, Αθήνα, 1963).

   Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας των περιοδικών Μαρτυρίες και Προτάσεις. Συνδέθηκε άρρηκτα με τον κύκλο του περιοδικού Σημειώσεις (τριάντα χρόνια συνεκδότης και συντάκτης) και των εκδόσεων «Έρασμος» (επιμελητής της σειράς «Ψυχολογία και επιστήμες της συμπεριφοράς»). Πολλά κείμενά του δημοσιεύτηκαν επίσης στα περιοδικά Επιθεώρηση Τέχνης και Ιδίοις Αναλώμασι, στον τόμο Προτάσεις (1971), αλλά και στον ημερήσιο Τύπο (Αυγή, Ελευθεροτυπία).
   Ως ποιητής εντάσσεται γραμματολογικά στη Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά. Στην εργογραφία του περιλαμβάνονται δεκαπέντε ποιητικές ενότητες, πεζογραφήματα, μελέτες, δοκίμια, βιβλιοκριτικές και μεταφράσεις (υπήρξε ο πρώτος μεταφραστής γλωσσολογικής εργασίας του Noam Chomsky στα ελληνικά). Μετά από τέσσερεις δεκαετίες λογοτεχνικής δραστηριότητας, τιμήθηκε το 2002 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Πολιτισμού, για την τελευταία ποιητική του συλλογή, Παρά ταύτα (εκδόσεις Νεφέλη, 2001).
   Στις 30 Ιουνίου 2003 ο Μάριος Μαρκίδης έχασε τη μάχη με τον καρκίνο, έχοντας κερδίσει τις κρίσιμες μάχες της ζωής.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Μετά τόσα έτη





[αυθαίρετη απόπειρα γεφυρώσεως
του χάσματος των λογοτεχνικών γενεών]






Μάρτυρες για τα λάθη σου δεν είχες. Μόνος μάρτυρας
ο ίδιος εσύ. Τα τακτοποίησες, τα μονόγραψες, τα σφράγισες
σε λευκούς πάντοτε φακέλους, σα να ετοίμαζες
τη δίκαιη διαθήκη σου. Ύστερα
τα τοποθέτησες προσεχτικά στα ράφια. Τώρα, γαλήνιος,
(ίσως και κάπως φοβισμένος), ούτε βιάζεσαι
ούτε καθυστερείς, γνωρίζοντας ότι, μετά το θάνατό σου,
θ' ανακαλύψουμε πόσον ωραίος ήσουν,
πόσο πολύ πιο ωραίος πέρα απ' τις αρετές σου.

Αθήνα, 16-1-1988

Γιάννης Ρίτσος, "Μετά", Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, Κέδρος, 1991.