[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Θεσμοφοριάζουσαι

Τα Θεσμοφόρια ήταν μια αποκλειστικά γυναικεία αρχαιοελληνική γιορτή, αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα και την κόρη της Περσεφόνη. Στην εικόνα, η Περσεφόνη οδηγείται από τον Ερμή στον Επάνω Κόσμο, ενώ η Εκάτη φωτίζει τον δρόμο με δάδες και η Δήμητρα κρατώντας σκήπτρο περιμένει την επιστροφή της Κόρης. Παράσταση σε ερυθρόμορφο καλυκωτό κρατήρα του ζωγράφου της Περσεφόνης, περ. 440 π.Χ., Metropolitan Museum of Art. Πηγή: www.ime.gr

 

ΧΟΡΟΣ (κορυφαία):

Ας παινέψουμε τώρα τον εαυτό μας λιγάκι.

Καθένας τις λούζει με βρισιές τις γυναίκες

πως είμαστε πληγή και μεγάλο κακό –

και κακίες και μίση, πολέμοι και στάσεις,

συμφορές και τα βάσανα όλα

από μας ξεκινούν και για όλα εμείς φταίμε.

Μα τότε, αν είμαστε κακό – και είναι αλήθεια –

τι μας παντρεύεστε και δε μας αφήνετε

ούτε να βγούμε ούτε καν ν' αγναντέψουμε;

Με τόση λαχτάρα τη συμφορά σας φυλάτε;

Κι αν βγει η γυναίκα σας κάπου να πάει

και δεν είναι σπίτι, σας πιάνει μανία…

Που να χαίρεστε θα 'πρεπε και θεό να δοξάζετε,

αν στ' αλήθεια τη βρίσκατε τη συμφορά σας φευγάτη.

Και αν πάμε να γλεντήσουμε στο σπίτι μιας φίλης

κι απ’ την κούραση πτώματα εκεί κοιμηθούμε,

το κακό σας ζητάτε στο κρεβάτι και ψάχνετε.

Κι απ' το παράθυρο λίγο να δούμε αν σκύψουμε,

νά τα μάτια σας εσείς, το κακό σας να δείτε!

Και αν η ντροπή μάς τραβήξει πιο πίσω,

ο καημός σάς πιάνει πάλι

να σκύψει το κακό σας να το ξαναδείτε!

 

Είμαστε πολύ καλύτερές σας, ολοφάνερα,

κι έχουμε γι’ αυτό αποδείξεις. […]

 

Αριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσαι (περ. 411 π.Χ.), στίχοι 785-800.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελένη

[…]

Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμένα· —
φράζαν το χώρο — δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε· τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκιά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την ησυχία.

Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
ήταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι, αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ’ το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο —ποιός ξέρει—
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου
ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκαλα ταύρων και αλόγων,
ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δάφνη
κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγερμα σα χρυσόμαλλο δέρας.

[…]

Γιάννης Ρίτσος, Η Ελένη (Μάιος-Αύγουστος 1970), Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1972.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Λίγη ντροπή

 

Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίππη, η πείνα, οι λύκοι,

ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.

Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.

Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.

 

Κωστής Παλαμάς, Ο κύκλος των τετράστιχων (τετράστιχο 117), 1929.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Το φως που καίει

Μανόλης Πρατικάκης (1943-)
 

Εκείνοι που άναβαν φωτιές δε ζούνε πια·

άλλοι έπεσαν στα χαρακώματα, άλλοι γυρίσανε

στα σπίτια προδομένοι· οι πιο πολλοί με χωνεμένα πρόσωπα

σιωπηλοί, προσεκτικοί ή ευνούχοι.

Μένουν ακόμα οι στάχτες της φωτιάς μες στην ψυχή τους

κι οι γλάροι να φυτεύουν κύκλους στην πικρή ερημιά.

 

Μπορώ κάποτε να χαίρομαι τη μυστική ομορφιά σου

εκείνο που στα μάτια σου χαμογελά αγέρωχα στο φόβο.

Αυτό το φως που σε δείχνει, που σε σημαδεύει.

Αυτό το φως που γυρίζει μέσα σου, η δροσερή φωτιά

και δεν μπορεί να μείνει η σκέψη σου φτενή

μια πεθαμένη φλούδα βραδινής ομίχλης·

το βαθύ σου στόμα σιωπηλό μέσα στις γάζες

δεν είναι βολετό

μ’ αυτά τα φλογισμένα στάχυα που κρατάς

ακόμα και στον ύπνο σου να Υπάρξεις

σε μια απλή στιγμή δική σου,

μ’ αυτές τις κάννες που γυρεύουνε ολημερίς τα βήματά σου

μ’ αυτή την ιερή πρόκληση των χεριών σου.

Όταν τελειώνει το μελάνι

και βουτάς την πένα

στο χυμένο σου αίμα για να συνεχίσεις.

Όταν τελειώνει η γύρη της φωτιάς

και βάζεις ενέχυρο

το δικό σου θάνατο για να μη σβήσει.

 

Μανόλης Πρατικάκης, «Το φως που καίει», Ποίηση 1971-’74, εκδ. 70/Πλανήτης, 1974.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Επιτάφια επιγραφή

 

Πατέρα, άφησες να με πάρουνε στρατιώτη

Μάνα, εσύ δε μ' είχες κρύψει

Αδελφέ, μου 'δωσες λάθος συμβουλή

Αδελφή, δε με είχες ξυπνήσει!

 

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Επιτάφια επιγραφή απ’ τον πόλεμο του Χίτλερ» (1940), Ποιήματα, μετάφραση: Νάντια Βαλαβάνη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1992.