[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024

Ωδή στο φθινόπωρο

William Hilton ο νεότερος (1786-1839), πορτρέτο του John Keats (1795-1821), ελαιογραφία, περ. 1822, National Portrait Gallery, Λονδίνο.


Season of mists and mellow fruitfulness,
   Close bosom-friend of the maturing sun;
Conspiring with him how to load and bless
   With fruit the vines that round the thatch-eves run;
To bend with apples the moss'd cottage-trees,
   And fill all fruit with ripeness to the core;
      To swell the gourd, and plump the hazel shells
   With a sweet kernel; to set budding more,
And still more, later flowers for the bees,
Until they think warm days will never cease,
      For summer has o'er-brimm'd their clammy cells.
 
Who hath not seen thee oft amid thy store?
   Sometimes whoever seeks abroad may find
Thee sitting careless on a granary floor,
   Thy hair soft-lifted by the winnowing wind;
Or on a half-reap'd furrow sound asleep,
   Drows'd with the fume of poppies, while thy hook
      Spares the next swath and all its twined flowers:
And sometimes like a gleaner thou dost keep
   Steady thy laden head across a brook;
   Or by a cyder-press, with patient look,
      Thou watchest the last oozings hours by hours.
 
Where are the songs of spring? Ay, Where are they?
   Think not of them, thou hast thy music too,—
While barred clouds bloom the soft-dying day,
   And touch the stubble-plains with rosy hue;
Then in a wailful choir the small gnats mourn
   Among the river sallows, borne aloft
      Or sinking as the light wind lives or dies;
And full-grown lambs loud bleat from hilly bourn;
   Hedge-crickets sing; and now with treble soft
   The red-breast whistles from a garden-croft;
      And gathering swallows twitter in the skies.
 
John Keats, “To Autumn”, 1819.
 
Περισσότερα:

Με αφορμή τον τόμο Τζων Κητς – Ποίηση. Εκλογή από το έργο του (μετάφραση, σχόλια, επίμετρο: Γ. Βάρσος), εκδόσεις Gutenberg, 2022.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει


Στη γειτονιά μου την παλιά
ο ήλιος δε χαράζει·
μέσα στα μάτια τ’ ανοιχτά
θεριεύει ο πόνος κι αλυχτά
δεμένος στο μαράζι.

Κι ο ήλιος δε ζεσταίνει
– είναι μικρός·
Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει
– καημός πικρός.

Στη γειτονιά μου την παλιά
παιδιά στα λασπονέρια·
ετούτη η γη σαν μια πληγή,
κλέβει τον ήλιο η αυγή
χειμώνες καλοκαίρια.

Στη γειτονιά μου την παλιά
μετρούνε τη ρυτίδα·
σημαδεμένα τα χαρτιά,
πίσω απ’ την πλάτη σαϊτιά
καρφώνει την ελπίδα.
 
«Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει».
Από τον κύκλο τραγουδιών Εκείνη τη νύχτα (Lyra, Οκτώβρης 1974), μουσική: Μίμης Πλέσσας (1924-2024), στίχοι: Γιώργος Καλαμαριώτης (ψευδώνυμο του δημοσιογράφου και στιχουργού Γ. Μπέρτσου, 1936-2021), ερμηνεία: Δημήτρης Ψαριανός (1948-2020).

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2024

Ας φρόντιζαν

 
Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τα ’φαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.
 
Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τί ρήτορας, τί ποιητάς, τί ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κι έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κι είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παλιανθρωπιές, και τα λοιπά.
 
Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.
 
Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους —
τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τί φταίω εγώ.
 
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.
 
Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.
 
Κι είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
 
Αλλά, κατεστραμμένος άνθρωπος, τί φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

 
Κ. Π. Καβάφης, «Ας φρόντιζαν» (1930), Ποιήματα 1897-1933,
εκδόσεις Ίκαρος, 1984.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

Ο άνθρωπος που γελούσε



Σωτ. Παστάκας (1954-)
Η πρώτη εντύπωση. Άψογη η εκτύπωση:
Γνήσιο χαρτί Kodak, ζωντανά χρώματα,
Σωστή η γωνία λήψεως και ο φωτισμός.
Αναμφισβήτητα αναγνωρίζω τον εαυτό μου
Στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Όμως
Το σκοτάδι που μόνιμα κατοικεί στα μάτια
Βγήκε καστανού χρώματος, η δίνη του στόματος
Έχει περιοριστεί σε δυο κόκκινα χείλη, αυτά
Τα καλοχτενισμένα μαλλιά δεν αντανακλούν
Επ’ ουδενί την αταξία στο κεφάλι μου
Κι αυτό το μονίμως χαμογελαστό πρόσωπο
– Πώς να το πω; – ασυστόλως ψεύδεται,
Αγαπητοί μου φίλοι.

 
Σωτήρης Παστάκας, «Ο άνθρωπος που γελούσε»,
Η μάθηση της αναπνοής, εκδ. Πλανόδιον, 1990.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024

Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Διόδια

Τζένη Μαστοράκη (1949-2024)

Ο θάνατος του πολεμιστή
πρέπει να ΄ναι αργός και μελετημένος
σαν την κατασταλαγμένη
παραφορά του έφηβου
που αντρώνεται στην πρώτη του αγάπη.
Στον τάφο του να καταθέσετε
δυο μεγάλα ερωτηματικά
για τη ζωή και το θάνατο
κι ένα σήμα της τροχαίας
που ν’ απαγορεύει
τη διέλευση παρελάσεων.
 
Τζένη Μαστοράκη, Διόδια (ποίημα Ι), Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1972.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

Νύχτα

Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)
ΝΥΧΤΑ στος δρόμους το Περισσο. νας μεσόκοπος γιατρς περπατάει ργ στος δρόμους τς συνοικίας του. Τώρα βρίσκεται πίσω π τς ξεχασμένες οκοδομς ρήμων παλιν ργοστασίων. Συλλογίζεται γι λίγο τν ρρωστο πο στειλε στ νοσοκομεο. νας ντιπαθητικός, νάποδος, λο ξηγήσεις γύρευε, φοβόταν θ πεθάνει, δν θελε ν ξεκολλήσει π τ σπίτι του. Τώρα γιατρς περπατάει συλλογισμένος, νήσυχος, βασανισμένος, ξεδίψαστος, νικανοποίητος, βαρς νάμεσα στ σκέψη κα τν κούραση. Ξέρει τί θέλει, μ δν ξέρει τί θέλει, τί γυρεύει σ' ατν τν κόσμο, τί εναι κενο πο τν τυραννάει, κενο πο ναδεύει μέσα του κατάπαυστα, τν πονάει, τν καταματώνει. Τ νειρά του χουν να πλθος σκιές, ο πιθυμίες του εναι γεμάτες γκάθια. να φεγγάρι πλατ στν ορανό, φεγγαρόφωτο της νοιξης, σημώνει στέγες σπιτιν, δρομάκια, δρόμους, λιγοστ δέντρα. σελήνη, τ ψυχρόν της ργύριον, Κάλβος κα τ λοιπά. ργότερα, τσακισμένος γυρίζει στ σπίτι του. Τρώει, πέφτει ν κοιμηθε, τ γεμάτο φεγγάρι το φέρνει ϋπνίες. γιατρς στόσο κοιμται, τ τηλέφωνο κοιμται, τ φτα σβηστά, λος κόσμος τριγύρω κοιμται. Καληνύχτα.
 
Τάκης Σινόπουλος, [Νύχτα...], Νυχτολόγιο, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1978.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

Δάσος παράξενο

 
ΔΑΣΟΣ παράξενο μαγεύει τη φωνή μου
κάθε μου λέξη μια σταγόνα αίμα
όλο μου το τραγούδι ένα δέντρο
από το αίμα ποτισμένο των φονιάδων
χίλιοι φονιάδες χίλια άγρια δέντρα
δάσος παράξενο που μαγεύει τη φωνή μου

 
Μίλτος Σαχτούρης, [Δάσος παράξενο...], η κατακλείδα της ποιητικής συλλογής Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958),
βλ. Ποιήματα Άπαντα (1945-1998), Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 2014.