[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Τίγρη

 
Thomas Phillips (1770-1845),
πορτρέτο του William Blake,
ελαιογραφία, 1807,
National Portrait Gallery, Λονδίνο.
Tyger Tyger. burning bright,
In the forests of the night;
What immortal hand or eye.
Could frame thy fearful symmetry?
 
In what distant deeps or skies. 
Burnt the fire of thine eyes?
On what wings dare he aspire?
What the hand, dare seize the fire?
 
And what shoulder, & what art,
Could twist the sinews of thy heart?
And when thy heart began to beat.
What dread hand? & what dread feet?
 
What the hammer? what the chain,
In what furnace was thy brain?
What the anvil? what dread grasp.
Dare its deadly terrors clasp?
 
When the stars threw down their spears 
And water'd heaven with their tears:
Did he smile his work to see?
Did he who made the Lamb make thee?
 
Tyger Tyger burning bright.
In the forests of the night:
What immortal hand or eye.
Dare frame thy fearful symmetry?
 
 
William Blake, "The Tyger", ​​​​​​​​​​​​​​Songs of Experience, 1794.
Στο: ​​​​​​​W. Blake: The Complete Illuminated Books,
εκδ. The William Blake Trust and the Tate Gallery, 2009.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Pity

William Blake (1757-1827), Pity, έγχρωμη μονοτυπία,
c. 1795, The Tate Gallery, Λονδίνο.

 
[…] And pity, like a naked new-born babe,
Striding the blast, or heaven's cherubim, horsed
Upon the sightless couriers of the air,
Shall blow the horrid deed in every eye,
That tears shall drown the wind. […]

 
William Shakespeare (1564-1616), Macbeth (c. 1605-1606),
Πράξη 1η, Σκηνή 7η, στ. 21–25.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Η μπαλάντα του ξεσηκωμού


Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο
η οργή του λαού,
κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
ποιος, ποιος τη σταματάει.

Κοιλάδα της Φουέντε Οβεχούνα,
το χέρι που σ’ έσπερνε
τον κεραυνό τώρα κρατάει,
ποιος το σταματάει, ποιος το σταματάει,
ποιος, ποιος το σταματάει.

Αιώνες γονατισμένη από την πίκρα
η ψυχή του λαού,
φτερούγες τώρα βγάζει κι ανεβαίνει,
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
ποιος, ποιος τη σταματάει.

 

«Η μπαλάντα του ξεσηκωμού», από την παράσταση του έμμετρου θεατρικού έργου Φουέντε Οβεχούνα (γράφτηκε στα 1612-1614 και εκδόθηκε στη Μαδρίτη το 1619) του Ισπανού συγγραφέα και ποιητή Lope de Vega (1562-1635), στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (πρεμιέρα 20/1/1977), με μουσική του Θάνου Μικρούτσικου (1947-2019). Βλ. τον ομότιτλο κύκλο τραγουδιών, Lyra, 1977. 
Οι στίχοι είναι του σκηνοθέτη της παράστασης, Γιώργου Μιχαηλίδη (1938-2018), βασισμένοι στο θεατρικό κείμενο που αφηγείται την εξέγερση των κατοίκων του αγροτικού χωριού Φουέντε Οβεχούνα (στην περιοχή της Καστίλης) ενάντια στον τοπικό διοικητή, το έτος 1476, επί βασιλείας Φερδινάνδου Β΄της Αραγονίας και Ισαβέλας Α΄της Καστίλης.

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

Εποχή αντιπάθειας

 
Η αντιπάθεια απλώνεται σαν πανώλη·
αντίπαλος είναι του πάθους
εχθρός της συμπόνιας.
Τα ζώα που με ημέρευαν
– όλα τ’ αγαπούσα –
σέρνονται τώρα σαν φίδια
στέκονται σαν αρπαχτικά
με γουρλωμένα μάτια
και μήνυμα μου στέλνουν
πως ό,τι ζει δεν είναι πάντα για καλό
κι ό,τι πεθαίνει
δεν είναι πάντα απελπισία.
 
Οι άντρες
με τα προκλητικά παντελόνια
υφάσματα τεντωμένα με φαντασία
ελαφρά αξύριστοι
με την έξυπνη ματιά
που μεταμορφωνόταν σε κτηνώδη
και χυνόταν πηχτή
στα λευκά σεντόνια
βουλιάζουν
στα μουχλιασμένα νερά της μνήμης
κι ούτε λίγη συμπάθεια
δεν αφήνουν πίσω τους
λίγο δέος για τα κατορθώματά τους.
 
Και οι γυναίκες, οι φιλενάδες
που μαζί πλέκαμε τον ιστό της ζωής
γελάγαμε με κάθε στραβο-βελονιά
κι άνθιζαν τα απόρρητα μυστικά
στα λαμπερά χείλη μας
εμείς, που στα σπλάχνα μας
νιώθαμε την παρουσία μας στη γη
σημαντική
ακόμη κι αν μόλις είχε βροντήξει
πίσω του την πόρτα «εκείνος»
έγιναν κουραστικές κυρίες
με εμμονές, μανίες νοικοκυροσύνης
ή απελπισμένες κινήσεις
για να προλάβουν το τελευταίο τρένο
της διασημότητας.
 
Αλλά τη φοβερότερη αντιπάθεια
τη νιώθεις για κείνον
που τα νιώθει όλ’ αυτά
λες κι ήταν αυτός κάποιο ανώτερο ον
λες κι είχε φτερά
και πετούσε πάνω από νεκρούς
φιλοδοξίες κι απορρίμματα
λες κι ήταν
ο δικός σου εαυτός
λιγότερο άχρηστος και αντιπαθητικός.
 
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020), «Εποχή αντιπάθειας»,
Η ανορεξία της ύπαρξης, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

Δε ζητώ τίποτα

Σωκράτης Λ. Σκαρτσής (1936-2024)

Δε ζητώ τίποτα,
μονάχα να τελειώσουν τα δάχτυλά μου στο φως
κι ένα κόμπο νερό για να μείνω
δε ζητώ τίποτα,
μόνο μια θέση κι ένα τόπο να σταθώ
για να μείνω στον κόσμο
να περπατώ πάνω στο χώμα κοντά στα νερά·
δε ζητώ τίποτα,
ν’ αγγίζω μονάχα τον κόσμο με δικά μου δάχτυλα
κι ούτε κόκκο χώμα δεν παίρνω
δε χάνω σταγόνα νερό·
δε ζητώ τίποτα,
μονάχα το χρυσό πρόσωπο το μοναχικό πουλί
και να τελειώσει η μοναξιά μου στο φως
μονάχα την ανάσα μου έξω απ’ τον κόσμο
κι όλο τον έρωτα της καρδιάς μου
μονάχα την αλήθεια πως είμαι,
η αλήθεια είναι νίκη,
μονάχα να νικήσω.
 
Σωκράτης Λ. Σκαρτσής: το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής Μέλι στο νερό, σήμερα, 1973.
Στο: Η όλη ποίηση, ιδιωτική έκδοση, 2019, δημοσιευμένη και στο skartsis.com Η όλη ποίηση.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2024

Ο γερο δάσκαλος


Ο γερο δάσκαλος – ποιος τον θυμάται –
τον ανεξύπνητο ύπνο κοιμάται,
τον ξενυχτάνε δυο χωριανοί.

Οι νέοι σκόρπισαν στα καφενεία,
δυο τρεις που πήγανε στην εκκλησία
δε βγάλαν λόγο για τη θανή.

Ο ψάλτης βιάζοταν, είχε βαφτίσια.
Βουβά τον θάψανε στα κυπαρίσσια
και τον ξεχάσανε πολύ καιρό.

Ο δασοφύλακας τον άλλο χρόνο
κάρφωσε κάγκελα κι έφτιαξε μόνο
με δυο σανίδια ένα σταυρό.

Κάποιος αργόσχολος ειρηνοδίκης
βρήκε το κείμενο της διαθήκης
όπου διαβάσαμε το λόγο αυτό:


Στον τάφο θα ‘θελα σαν θα πεθάνω

πως ήμουν δάσκαλος να γράψουν πάνω

και δίχως λάθη, παρακαλώ.

 

«1946 / Ο γερο δάσκαλος», από τον κύκλο τραγουδιών Χρονικό (1966-1970). Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος (1939-2023), στίχοι: Κ.Χ. Μύρης (ψευδώνυμο του Κώστα Γεωργουσόπουλου, 1937-2024), ερμηνεία: Νατάσσα Μποφίλιου (πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη).