[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελένη

[…]

Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμένα· —
φράζαν το χώρο — δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε· τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκιά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την ησυχία.

Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
ήταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι, αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ’ το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο —ποιός ξέρει—
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου
ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκαλα ταύρων και αλόγων,
ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δάφνη
κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγερμα σα χρυσόμαλλο δέρας.

[…]

Γιάννης Ρίτσος, Η Ελένη (Μάιος-Αύγουστος 1970), Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1972.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Λίγη ντροπή

 

Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίππη, η πείνα, οι λύκοι,

ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.

Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.

Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.

 

Κωστής Παλαμάς, Ο κύκλος των τετράστιχων (τετράστιχο 117), 1929.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Το φως που καίει

Μανόλης Πρατικάκης (1943-)
 

Εκείνοι που άναβαν φωτιές δε ζούνε πια·

άλλοι έπεσαν στα χαρακώματα, άλλοι γυρίσανε

στα σπίτια προδομένοι· οι πιο πολλοί με χωνεμένα πρόσωπα

σιωπηλοί, προσεκτικοί ή ευνούχοι.

Μένουν ακόμα οι στάχτες της φωτιάς μες στην ψυχή τους

κι οι γλάροι να φυτεύουν κύκλους στην πικρή ερημιά.

 

Μπορώ κάποτε να χαίρομαι τη μυστική ομορφιά σου

εκείνο που στα μάτια σου χαμογελά αγέρωχα στο φόβο.

Αυτό το φως που σε δείχνει, που σε σημαδεύει.

Αυτό το φως που γυρίζει μέσα σου, η δροσερή φωτιά

και δεν μπορεί να μείνει η σκέψη σου φτενή

μια πεθαμένη φλούδα βραδινής ομίχλης·

το βαθύ σου στόμα σιωπηλό μέσα στις γάζες

δεν είναι βολετό

μ’ αυτά τα φλογισμένα στάχυα που κρατάς

ακόμα και στον ύπνο σου να Υπάρξεις

σε μια απλή στιγμή δική σου,

μ’ αυτές τις κάννες που γυρεύουνε ολημερίς τα βήματά σου

μ’ αυτή την ιερή πρόκληση των χεριών σου.

Όταν τελειώνει το μελάνι

και βουτάς την πένα

στο χυμένο σου αίμα για να συνεχίσεις.

Όταν τελειώνει η γύρη της φωτιάς

και βάζεις ενέχυρο

το δικό σου θάνατο για να μη σβήσει.

 

Μανόλης Πρατικάκης, «Το φως που καίει», Ποίηση 1971-’74, εκδ. 70/Πλανήτης, 1974.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Επιτάφια επιγραφή

 

Πατέρα, άφησες να με πάρουνε στρατιώτη

Μάνα, εσύ δε μ' είχες κρύψει

Αδελφέ, μου 'δωσες λάθος συμβουλή

Αδελφή, δε με είχες ξυπνήσει!

 

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Επιτάφια επιγραφή απ’ τον πόλεμο του Χίτλερ» (1940), Ποιήματα, μετάφραση: Νάντια Βαλαβάνη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1992.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Ο κακός μαθητής

Jacques Prévert (1900-1977) 


Il dit non avec la tête

mais il dit oui avec le coeur

il dit oui à ce qu'il aime

il dit non au professeur

il est debout

on le questionne

et tous les problèmes sont posés

soudain le fou rire le prend

et il efface tout

les chiffres et les mots

les dates et les noms

les phrases et les pièges

et malgré les menaces du maître

sous les huées des enfants prodiges

avec des craies de toutes les couleurs

sur le tableau noir du malheur

il dessine le visage du bonheur

 

Jacques Prévert, «Le Cancre», Paroles (1946)

 

Λέει όχι με το κεφάλι

Μα λέει ναι με την καρδιά

Λέει ναι σε όσους αγαπάει

Λέει όχι στον καθηγητή

Είναι όρθιος

Τον ρωτούν

Και όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

Και τα σβήνει όλα

Τα ψηφία και τις λέξεις

Τις ημερομηνίες και τα ονόματα

Τις φράσεις και τους γρίφους

Και παρά τις φοβέρες του καθηγητή

Κάτω από τα γιουχαΐσματα των καλών μαθητών

Με κιμωλίες όλων των χρωμάτων

Πάνω στον μαυροπίνακα της δυστυχίας

Ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας

 

Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής», Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης,

Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 1994, σ. 57-58.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Αγαπάω



Ἀγαπάω τ᾿ ὅτι εἶνε θλιμμένο στὸν κόσμο.
Τὰ θολὰ τὰ ματάκια, τοὺς ἀρρώστους ἀνθρώπους,
τὰ ξερὰ γυμνὰ δέντρα καὶ τὰ ἔρημα πάρκα,
τὶς νεκρὲς πολιτεῖες, τοὺς τρισκότεινους τόπους.

Τοὺς σκυφτοὺς ὁδοιπόρους ποὺ μ᾿ ἕνα δισάκκι
γιὰ μιὰ πολιτεία μακρυνὴ ξεκινᾶνε,
τοὺς τυφλοὺς μουσικοὺς τῶν πολύβοων δρόμων,
τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀλῆτες, αὐτοὺς ποὺ πεινᾶνε.

Τὰ χλωμὰ τὰ κορίτσια ποὺ πάντα προσμένουν
τὸν ἱππότην ποὺ εἶδαν μιὰ βραδυὰ στ᾿ ὄνειρό τους,
νὰ φανῇ ἀπ᾿ τὰ βάθη τοῦ ἀπέραντου δρόμου.
Τοὺς κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ἀσπρόφτερό τους.

Τὰ καράβια ποὺ φεύγουν γιὰ καινούρια ταξίδια
καὶ δὲν ξέρουν καλὰ ἂν ποτὲ θἂρθουν πίσω
ἀγαπάω, καὶ θἂθελα μαζύ τους νὰ πάω
κι οὔτε πειὰ νὰ γυρίσω.

Ἀγαπάω τὶς κλαμμένες ὡραῖες γυναῖκες
ποὺ κυττᾶνε μακρυά, ποὺ κυττᾶνε θλιμμένα...
ἀγαπάω σὲ τοῦτον τὸν κόσμο ὅ,τι κλαίει
γιατὶ μοιάζει μ᾿ ἐμένα.


Νίκος Καββαδίας (1910-1975), «Αγαπάω», περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας του Παύλου Δρανδάκη, αρ. φύλλου 173, σελίδα 103, 10 Μαρτίου 1929. [Τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου].

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Λυπάμαι


Λυπάμαι που δεν έγραψα ποτέ
τα ωραία ποιήματα
που είμαι βέβαιος
ότι θα μπορούσα να γράψω.


Μάριος Μαρκίδης, [Λυπάμαι] – αρ. 25, Παρά ταύτα, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 2001.

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Στίχος ενύπνιος


Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
τίποτε όμως δεν θυμόμουν
εκτός από ένα στίχο μονάχα:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.


Γιώργης Παυλόπουλος, «Στίχος ενύπνιος», Λίγος Άμμος, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 1997.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Πατρίδα μήτρα


Μανώλης Γλέζος (1922-2020)                                [Πηγή: Eurokinissi]

Κυκλάδα,
Σπείρα, σύμπλεγμα, πατρίδα μήτρα.
Στις παρυφές του φωτός σου,
σ’ όλες τις ακτογραμμές της ύπαρξης,
εκεί που μάχονται και φιλιώνουν
τα κύματα των ονείρων και των αισθήσεων,
άγγιξα την ύπαρξη της συνείδησης,
πήρα το νιώσμα τού είναι μου,
αισθάνθηκα να υπάρχω.


Μανώλης Γλέζος, «Πατρίδα μήτρα», Στα Κυκλαδονήσια
η αίσθηση στο φως στιχουργεί, εκδ. Gutenberg, 2015.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Ο ελεγκτής


Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
                 είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω


Μίλτος Σαχτούρης, «Ο ελεγκτής», Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Η γλυκυτάτη αβεβαιότης


Κική Δημουλά (1931-2020)

Τρισάγια κάθε τόσο
για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού
στον κεκοιμημένον δούλον σου.

Ύψιστε, τι εννοείς
άλλο νεκρός και άλλο δούλος.
Κι από πότε επιτρέπεται
να κοιμούνται έτσι βαθιά
ατιμώρητοι οι δούλοι.

Τον κεκοιμημένον δούλον σου.
Θε μου, αν απελευθερώνει ο θάνατος
όπως μας το υπόσχεται παρήγορη
η γλυκυτάτη αβεβαιότης, εσύ
γιατί τον θες ντε και καλά δουλέμπορο;

Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;
Εδώ εμείς, δούλοι του απάνω κόσμου ακόμα
κι όμως ποιος κλείνει μάτι
αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει
μόνο η γιαγιά του η βεβαιότης
με τη γλυκιά της ρόδινη αφύπνιση.

Κύριε, μήπως όταν ενέκρινες
αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς
ήσουν ακόμη άνθρωπος;


Κική Δημουλά, «Η γλυκυτάτη αβεβαιότης», Χαίρε ποτέ, Αθήνα, εκδόσεις Στιγμή, 1988.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

Ηλύσια


(Τόσο πολύ τα σώματα κουράστηκαν,
που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δύο.)
Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,
αργά, τη χλόη σαν ανοιχτό βιβλίο.

(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) Και φαίνονται στο βάθος,
τριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνε
με τ’ όνειρο οι ψυχές και με το πάθος.

(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)
Μα κείθε απ’ τον ορίζοντα, σαν ήλιοι
δύουν οι ψυχές, τον ουρανό που φόρεσαν,
ή σαν απλά χαμόγελα σε χείλη.


Κ. Γ. Καρυωτάκης, «Ηλύσια»*, Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

* Ηλύσια (Πεδία): ο επίγειος παράδεισος των αρχαίων, στη δυτική εσχατιά της γης, όπου οι ψυχές των ηρώων ζούσαν αθάνατη ζωή χωρίς λύπες και πόνους.


[Μνήμη Γιώργου Κοτανίδη]

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Ανεμολόγιο



Έβγαλε βρώμα η Ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ' αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ' ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα ‘χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η Ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ' την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η Ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μάς ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο.

Κώστας Τριπολίτης, «Ανεμολόγιο», από τον κύκλο τραγουδιών Συγνώμη για την άμυνα (1992), σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Ο πιλότος Νάγκελ



[Στη μνήμη των «πιλότων» που φύγανε – για το μεγάλο τους ταξίδι μέσα στον χρόνο].

                                                    Στὸν ποιητὴ Ν. Ράντο

Ὁ Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγὸς πιλότος στὸ Κολόμπο,
ἅμα ἔδινε κανονικὴ πορεία στὰ καράβια
ποὺ φεῦγαν γιὰ τοὺς ἄγνωστους καὶ μακρινοὺς λιμένες,
κατέβαινε στὴ βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
μὲ τὰ χοντρὰ τὰ χέρια του στὸ στῆθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ἕνα παλιὸ χωμάτινο τσιμπούκι,
καὶ σὲ μιὰ γλώσσα βορινὴ σιγὰ μονολογώντας
ἔφευγε μόλις χάνονταν ὁλότελα τὰ πλοῖα.

Ὁ Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σὲ φορτηγὰ καράβια,
ἀφοῦ τὸν κόσμο γύρισεν ὁλόκληρο, μιὰ μέρα
κουράστηκε κι ἀπόμεινε πιλότος στὸ Κολόμπο.
Μὰ πάντα συλλογίζονταν τὴ μακρινή του χώρα
καὶ τὰ νησιὰ πού 'ναι γεμάτα θρύλους, τὰ Λοφοῦτεν.
Ὅμως μιὰ μέρα ἐπέθανε στὴν πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σὰν ξεπροβόδισεν τὸ Steamer Tank «Fjord Folden»
ὅπου ἔφευγε καπνίζοντας γιὰ τὰ νησιὰ Λοφοῦτεν...


Νίκος Καββαδίας, «Ο πιλότος Νάγκελ», Μαραμπού, 1933.