[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Μέσα στις πέτρες



Άρης Αλεξάνδρου
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του
          στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.


Άρης Αλεξάνδρου, «Μέσα στις πέτρες»,
Ευθύτης οδών, Αθήνα, 1959.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

The times they are a-changin'


Bob Dylan (φωτογρ. 2015)

Come gather ’round people
Wherever you roam
And admit that the waters
Around you have grown
And accept it that soon
You’ll be drenched to the bone
If your time to you is worth savin’
Then you better start swimmin’ or you’ll sink like a stone
For the times they are a-changin’

Come writers and critics
Who prophesize with your pen
And keep your eyes wide
The chance won’t come again
And don’t speak too soon
For the wheel’s still in spin
And there’s no tellin’ who that it’s namin’
For the loser now will be later to win
For the times they are a-changin’

Come senators, congressmen
Please heed the call
Don’t stand in the doorway
Don’t block up the hall
For he that gets hurt
Will be he who has stalled
There’s a battle outside and it is ragin’
It’ll soon shake your windows and rattle your walls
For the times they are a-changin’

Come mothers and fathers
Throughout the land
And don’t criticize
What you can’t understand
Your sons and your daughters
Are beyond your command
Your old road is rapidly agin’
Please get out of the new one if you can’t lend your hand
For the times they are a-changin’

The line it is drawn
The curse it is cast
The slow one now
Will later be fast
As the present now
Will later be past
The order is rapidly fadin’
And the first one now will later be last
For the times they are a-changin’

Bob Dylan, “The Times They Are a-Changin’ ” (1963), στο ομότιτλο άλμπουμ, 1964.
Οι στίχοι του, στο βιβλίο: The Lyrics 1961-2012, έκδ. 2016.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Blowin' in the wind


Bob Dylan (1941-), φωτογρ. 1964

How many roads must a man walk down
Before you call him a man?
Yes, ’n’ how many seas must a white dove sail
Before she sleeps in the sand?
Yes, ’n’ how many times must the cannonballs fly
Before they’re forever banned?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind

How many years can a mountain exist
Before it’s washed to the sea?
Yes, ’n’ how many years can some people exist
Before they’re allowed to be free?
Yes, ’n’ how many times can a man turn his head
Pretending he just doesn’t see?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind

How many times must a man look up
Before he can see the sky?
Yes, ’n’ how many ears must one man have
Before he can hear people cry?
Yes, ’n’ how many deaths will it take till he knows
That too many people have died?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind

Bob Dylan, “Blowin’ In The Wind” (1962), στο άλμπουμ The Freewheelin’ Bob Dylan, 1963. Οι στίχοι του, στο βιβλίο: The Lyrics 1961-2012, έκδ. 2016.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Ύπνος ανόνειρος



Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις,
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μες στη βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί που για πάντα τούς σκέπασε
το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους,
σ’ ένα κουπάκι του καφέ,
σ’ ένα κουτάλι του γλυκού…
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται,
ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.


Αργύρης Χιόνης, ποίημα ΙΑ’, Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη,
Αθήνα, εκδόσεις Υάκινθος, 1986.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Πρωτεύουσα


Μελισσάνθη (1907-1990)

Φορώ το σκάφανδρό μου και περιφέρομαι
στο ενυδρείο της πόλης.
                                   Οι δρόμοι της όλοι
βρίθουν από δύτες των θολών νερών.
Σώματα πνιγμένων που αιωρούνται
αγκιστρωμένα στις πετονιές, δυσκολεύουν την κυκλοφορία.
Άπληστα βλέμματα καραδοκούν, ενεδρεύουν
σε κάθε βήμα. Πραμάτειες φτηνές, δολώματα ευτελή
κι η λεία παγιδεύεται μ’ ευκολία.
Στις κεντρικές διαβάσεις οι πυκνώσεις του πλαγκτού
ωθούνται προς τις χαίνουσες εισόδους των σουπερμάρκετ
– τα χαίνοντα στόματα από αδηφάγα κήτη
εκβρασμένα σε καίρια σημεία της πρωτεύουσας.
Υπερμεγέθη θηλαστικά που αναμηρυκάζουν
το εισερχόμενο κι εξερχόμενο πλήθος –

Στις ώρες της αιχμής ογκώνεται το παλιρροϊκό κύμα.
Η συνεχής αέναη αναταραχή, απ’ την ασίγαστη ΒΟΥΛΙΜΙΑ
του πλήθους. Η απειλή που μεγαλώνει, ο τρύπιος πίθος
η αόρατη «μαύρη τρύπα» που καταπίνει τον γαλαξία.

Μελισσάνθη, «Πρωτεύουσα 1980»,
Τα νέα ποιήματα, 1974-1982, εκδ. Πρόσπερος, 1982.

Σατιρικόν οξύμωρον


Μελισσάνθη

Σκοτείνιασε όταν έπεσε το φως τυφλωτικό
Λιγόστεψε όταν ο αριθμός έγινε πολλαπλάσιος
Οι λύσεις γίναν κόμπος άλυτος
κι όταν η Αριάδνη έτρεξε λυσίκομη
κύλησε ανάποδα το κουφάρι της
Τότε ο κάβουρας έγινε ωκύποδας
κι ο Αχιλλέας χελώνα. Πήδηξε
έξω απ᾿ την εξίσωση του Ελεάτη
αδιαφορώντας για το πρόβλημα του χωροχρόνου
αδιαφορώντας για το αγώνισμα στον Ιππόδρομο
και τα χαμένα στοιχήματα
την ανατίμηση του πετρελαίου
τον πυρετό του χρυσού
την παγκόσμια κρίση
ενώ γύρω του ξεφώνιζαν υστερικά:
Rent a car... Rent a car...

Ορυμαγδός από εκσκαφείς κι αριθμομηχανές
ανοίγουν σ᾿ όλα τα τοιχώματα ρωγμές
Οι δρόμοι με τα μεγαθήρια κτίρια κυματίζουν
– σχηματίζονται, αποσχηματίζονται
υψώνονται κυκλώπεια τείχη
κι αντιστοιχίες στίχων –

Βραδινό τοπίο με τριζόνι
Η νύχτα αναποδογυρισμένη ομπρέλα
μαζεύει σκόρπιο κεχριμπάρι
Ρομαντισμός και φεγγάρι
κυλάει αποκεφαλισμένο στην άσφαλτο
ενώ από ένα σφάλμα computer
ο κόσμος τινάζεται στον αέρα.

Μελισσάνθη (Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη), «Σατιρικόν οξύμωρον»,
Τα νέα ποιήματα, 1974-1982, Αθήνα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1982.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Σοφία


Τ. Κ. Παπατσώνης (1895-1976)

Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στην γυμνότητα,
ένα ένα αποδυθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.

Τ. Κ. Παπατσώνης, «Σοφία», Εκλογή Β’,
Το ασματικόν, εκδόσεις Ίκαρος, 11962.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Δεκέμβρης του `44


Διονύσης Σαββόπουλος (1944-)

Δεκέμβρης του ‘44
με μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ
η μάνα μου ετοιμόγεννη
γυρίζει ο θανατάς
να η μαμή, ανασηκώνει το μανίκι
έτσι γεννήθηκα στη Σαλονίκη.

Από τα χώματα και με το αεράκι
βλέπει το τραμ να έρχεται γραμμή
είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι
στέκει ο Τσιτσάνης μ’ ένα μικρό βιολί.

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
μπροστά στην κλειδαρότρυπα σκυφτός
κάστρα ανεμισμένα
καΐκια μες στο φως
η προκυμαία, βεγγαλικά και χορωδίες
τζάμια, το πλήθος βλέπει οπτασίες.

Τα χρόνια που εξαγόρασε για πάντα
η φαντασία του τα λέει παιδικά
κι όπως μακραίνει του ορφανοτροφείου η μπάντα
μοιάζουν σαν να ‘ναι μελλοντικά.

Κρυμμένος σαν παιδί και σαν δραπέτης
κάτω από τη σκάλα που ακουμπάει το φως
στο ράδιο ο πατέρας αφουγκράζεται σκυφτός
στριφογυρίζω μια σημαιούλα μες στο κρύο
νύχτα και φέγγει το στρατοδικείο.

Μέσ’ απ’ τον τοίχο που έσκασε η μπόμπα
βλέπει ένα σιντριβάνι από χρυσό
ο κόσμος λιώνει σαν δωμάτιο με σόμπα
κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό.

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ
στο υπόγειο νησί τους
ταξίδεψα ως εδώ
με μια κρυφή, εκ γενετής αιμορραγία
Ελλάδα, γλώσσα τυφλή στη Γεωγραφία
Ελλάδα, οικόπεδο και αποικία.

Αν τον ρωτήσετε πού βρήκε δεκανίκι
πώς λογαριάζει να βρει την άκρη δηλαδή
θ’ αποκριθεί: «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
και ξέρω απ’ έξω τη διαδρομή».

Διονύσης Σαββόπουλος, «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη» (από τον κύκλο τραγουδιών
Η ρεζέρβα, 1979), Η σούμα, 1963-2003, εκδ. Ιανός, 2003.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Μόνον διά της λύπης



                      ΙΙΙ

Κάτω απ’ τα ραγισμένα πεζοδρόμια δεν ήταν η αμμουδιά
– πίσσες σκουριά και χώμα και παλιά ηλεκτροφόρα σύρματα
μια ταραχή σαν όταν οι νεκροί γυρίζουν μπρούμυτα
κομμένα καλώδια τηλεφώνου που ριγούσαν κάποτε
απ’ την ερωτική περίπτυξη δυο απελπισμένων αριθμών μέσα στη νύχτα
το ξέρω, θέλεις να πεθάνεις γιατί δεν αντέχεις ν’ αγαπάς
ρίζες από δεντροστοιχίες που κόπηκαν
για να πλατύνει η Οδός, η λαιστρυγόνα Πλατυτέρα
κι ο απόηχος από βήματα που φεύγουν – γιατί βήματα που έρχονται δεν υπήρξαν ποτέ
κι ο γδούπος μιας σκιάς που πήδηξε απ’ τα μάτια μας όταν αρπάξαμε φωτιά
και την ποδοπατήσανε τ’ αποκαΐδια μας

Κάτω απ’ τα ραγισμένα πεζοδρόμια δεν ήταν η αμμουδιά
κάτω απ’ τα πεζοδρόμια δεν ήταν –
Γι’ αυτό είμαστε τόσο λυπημένοι
κι εσείς που βρήκατε τον θάνατο
κι εγώ που τον έχασα

Βύρων Λεοντάρης, Μόνον διά της λύπης…, ΙΙΙ, εκδόσεις Έρασμος, 11976.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Παράξενη πατρίδα


Οδυσσέας Ελύτης
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
             Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια       πιάνει φτερωτά
             Στήνει στη γη καράβι       κήπο στα νερά

Κλαίει φιλεί το χώμα       ξενιτεύεται
             Μένει στους πέντε δρόμους       αντρειεύεται

Κάνει να πάρει πέτρα       τηνε παρατά
             Κάνει να τη σκαλίσει       βγάνει θάματα

Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι       πιάνει ωκεανούς
             Ξεσηκωμούς γυρεύει       θέλει τύραννους

Πέντε μεγάλους βγάνει       πάνω τους βαρεί
             Να λείψουν απ’ τη μέση       τούς δοξολογεί.
 

Οδυσσέας Ελύτης, Ο ήλιος ο ηλιάτορας (απόσπασμα), εκδόσεις Ίκαρος, 1971.

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Κοῦφον γὰρ χρῆμα

                   α’

Αργύρης Χιόνης (1943-2011)
Πρέπει αν είμαι ποιητής τώρα να τ’ αποδείξω
Δεν ξέρω αν θα ’χω άλλη ευκαιρία
Ο τεχνητός ετούτος ήλιος ο καιρός μας
Γρήγορα εξατμίζει τους ανθρώπους
Πιο γρήγορα τους ποιητές

Πρέπει τώρα πριν εξατμιστώ
Ν’ απασφαλίσω τον εκρηκτικό μηχανισμό
Που κουβαλάω κρυμμένο στο κρανίο μου
Ν’ ανατινάξω τα τοιχώματα της σκέψης
Να ξεχυθούνε τα μυαλά μου σα ροδιού ρουμπίνια
Σαν πυρωμένα θραύσματα υπέροχης οβίδας
Σφυρίζοντας μες στον αγέρα απειλητικά
Όπως σφυρίζει η ποίηση όταν ποίηση είναι

                   β’

Είναι κάτι πρεσβυωπικά γερόντια οι ποιητές
Μονάχα μακριά μπορούν να δουν
Μακριά στο παρελθόν μακριά στο μέλλον
Τα πράγματα τα κοντινά δεν τα διακρίνουν
Παραπατούν σκοντάφτουνε τρεκλίζουν
Τα χέρια απλώνουνε ψαχουλευτά πασχίζουν
Σαν την τυφλόμυγα πού βρίσκονται να βρουν

Το σήμερα μαντήλι γύρω απ’ τα μάτια τους δεμένο

                   γ’

Κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά
Θα μπορούσα βέβαια να πνίξω ακόμα
Κι αυτή την ήσυχη κραυγή να βουβαθώ
Να κάτσω σιωπηλός και να κοιτάζω
Ετούτη την αργή καταστροφή
Κι ίσως να ’ταν καλύτερα μπορεί
Έτσι βουβός να τραγουδούσα πιο ωραία
Πιο σωστά την τήξη του καιρού μου

                   δ’

Η ποίηση πρέπει να ’ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα ’χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου

                   ε’

Σου ’δωσα δυο πόδια ποίησή μου
Για να πορευτείς προς τους ανθρώπους
Σου ’δωσα δυο χέρια να τους αγκαλιάσεις
Σου ’δωσα κι ένα γυμνό διάφανο κορμί
(διάφανο δέρμα για να φαίνεται η σάρκα,
διάφανη σάρκα για να φαίνονται τα κόκαλα,
διάφανα κόκαλα για να μην κρύβουν το μεδούλι)
Για να μπορούν να βλέπουν οι άνθρωποι
Όλο το μέσα κόσμο σου κι ακόμα
Τον κόσμο που ’ναι πίσω σου και πέρα
Και μοναχά το πρόσωπό σου ποίησή μου
Σκέπασα μ’ ένα πέπλο μισοδιάφανο
Να φαίνεται και να μη φαίνεται
Στα μάτια σου ο πόνος
Να φαίνονται και να μην φαίνονται
Τα χείλια σου όταν τραγουδάς

                   στ’

Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν
Του χεριού μου που τα γράφει
Είναι πιο δυνατά απ’ το χέρι μου που τρέμει
Κάθε φορά που εκτελεί τις εντολές τους

Τα ποιήματά μου με ποιούν δεν τα ποιώ
Το πρόσωπό μου αδιάκοπα αλλάζουν
Λες και είμαι ζύμη και με πλάθουν

Τα μόνα ποιήματα που ποίησα εγώ
Τα μόνα που ήταν πιο αδύναμα από μένα
Είναι όσα τόλμησα να σκίσω ή να μην γράψω
 

Αργύρης Χιόνης, «Κοῦφον γὰρ χρῆμα»*, Τύποι ήλων, Θεσσαλονίκη, εκδ. Εγνατία/Τραμ, 1978.
 
* […] «κοῦφον γὰρ χρῆμα ποιητής ἐστιν καὶ πτηνὸν καὶ ἱερόν, καὶ οὐ πρότερον οἷός τε ποιεῖν πρὶν ἂν ἔνθεός τε γένηται καὶ ἔκφρων καὶ ὁ νοῦς μηκέτι ἐν αὐτῷ ἐνῇ·» (Πλάτων, Ίων, 534b).
«γιατί ο ποιητής είναι κάτι πολύ ανάλαφρο, που πετάει, κάτι ιερό, και δεν μπορεί να δημιουργήσει προτού να τον κυριέψει ο ενθουσιασμός και πέσει σε έκσταση και πάψει πια να έχει μέσα του λογικό·» (μετάφραση: Ν. Σκουτερόπουλος).

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Αντίο


Τ. Λειβαδίτης (1922-1988)

Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
       για να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγες θα φυτρώνουν
       μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έζησα, κουρασμένος
       από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια
       που δεν ειπώθηκαν,
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες,
       αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε
       πάντοτε έξω
όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα
       με τους νεκρούς μου φίλους.

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
       δε θα γραφτούν ποτέ…


Τάσος Λειβαδίτης, «Αντίο», Βιολέτες για μια εποχή, εκδόσεις Κέδρος, 1985.