[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Απορίες

[Δεν είναι τάχα ν’ απορείς;
- αναρωτιόταν ο Σουρής…].

Το σπήλαιο, Χριστέ, κοιτώ
και γονατίζω και ρωτώ:
Γιατί και πριν στη φάτνη σου
να γεννηθείς ακόμα
κι ανθρώπου λάβεις σώμα,
όσοι φανήκαν άνθρωποι
γεννήθηκαν σ’ αχούρια
και σε παλάτια λαμπερά
τα ξέστρωτα γαϊδούρια;

Γιατί να κρύβεται, Χριστέ,
στου κόσμου τα φιλιά
φαρμακωμένος πόλεμος
και κιτρινιάρης φθόνος;
Γιατί και του προδρόμου σου
Σωκράτη τη σπηλιά
οι σήμερον σωκρατικοί
εκόπρισαν αφθόνως;

Γιατί, Χριστέ, στον κόσμο σου
και πάντοτε και τώρα
ίσα να μη μοιράζονται
των αγαθών τα δώρα
κι άλλοι να τρώνε κάπονες
πεντέμισυ λιτρών
κι άλλοι να βλέπουν χάσκοντες
εκείνους που τους τρων;

Κι άλλα πολλά ρωτήματα
ποθώ, Χριστέ, να κάνω,
μα κι εκ της γης καμιά φωνή,
αλλ’ ούτε κι από πάνω.
Και τραγουδώ μ’ ελιάς κλαδί
στο βογγητό του πόνου:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,
πρώτη γιορτή του χρόνου!

Εις των αλόγων άλλοτε
την φάτνην εγεννήθη
Μεσσίας λογικότατος,
τυφλά φωτίσας πλήθη,
στη φάτνη δε των λογικών,
που λέγεται Βουλή,
Μεσσίαι δίχως λογικά
γεννήθηκαν πολλοί!

Γεώργιος Σουρής, «Χριστούγεννα».

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Δον Ζουάν

Ford Madox Brown (1821-1893), The Finding of Don Juan by Haidee, 1878.
Ο Άγγλος ζωγράφος αποδίδει μια σκηνή από το canto II (γραμμένο στα 1818
-1819) του σατιρικού έπους Don Juan του Λόρδου Βύρωνα: Η νεαρή Χάιδω,
κόρη του πειρατή Λάμπρου, μαζί με την υπηρέτριά της, τη Ζωή, βρίσκει τον
καραβοτσακισμένο Δον Ζουάν, μοναδικό επιζώντα ενός ναυαγίου, στις ακτές
κάποιου νησιού των Κυκλάδων.
   Ο «Δον Ζουάν» του Byron, αν και ημιτελής, θεωρείται το αριστούργημά του και ένα από τα δέκα σημαντικότερα έπη όλων των εποχών (τα άλλα είναι: Ιλιάδα και Οδύσσεια, έπος του Gilgamesh, Mahabharata, Αινειάδα του Βιργιλίου, Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, Beowulf, Θεία Κωμωδία του Δάντη, Paradise Lost του Milton).
   Ο Byron ξεκίνησε τη σύνθεση του έπους το 1818 και μέχρι το θάνατό του (1824) είχε ολοκληρώσει 16 cantos με 1.959 στροφές (γύρω στους 16.000 ενδεκασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους). Το 17ο canto έμεινε ανολοκλήρωτο. Να εικάσουμε ότι το έπος θα έφθανε τα 24 cantos, όσες και οι ραψωδίες των ομηρικών επών, αν ζούσε περισσότερο ο ποιητής του; Το βέβαιο είναι ότι το τέλος αυτού του Δον δεν θα το μάθουμε ποτέ.
   Εκτός από το όνομα Δον Ζουάν και τη γενέτειρα του ήρωα (Σεβίλλη), ο Byron δεν διατήρησε τίποτε από τον αρχικό μύθο. Αντίθετα, δήλωσε ρητά ότι πρότυπό του ήταν το έπος Il Morgante Maggiore (βασισμένο στο μύθο του ιππότη Orlando), έργο του Ιταλού “αιρετικού” ποιητή Luigi Pulci (1432-1484), παρακάμπτοντας έτσι τον μοναχό Tirso de Molina και τους μιμητές του (μεταξύ των οποίων και ο Μολιέρος).
   Ο βυρωνικός Δον Ζουάν δεν είναι κατακτητής, αλλά κατακτημένος. Ευάλωτος, παράτολμος και ανατρεπτικός – γι’ αυτό και σαγηνευτικός, ενσωματώνει πολλά στοιχεία από την ψυχοσύνθεση του δημιουργού του.
   Ο Byron βίωσε και ανάπλασε με εντελώς προσωπικό τρόπο την πολυπλοκότητα του δονζουανικού μύθου, καυτηριάζοντας παράλληλα τα ανθρώπινα ήθη, συγχρονικά και διαχρονικά. Φιλέλληνας ων, θέλησε να συμπεριλάβει στο έπος του την προεπαναστατική Ελλάδα, συμβάλλοντας ποιητικά (και όχι μόνο) στον αγώνα για την αφύπνιση και απελευθέρωσή της.

   Η νεοελληνική σάτιρα πάντως, απέκτησε τον δικό της Δον Ζουάν χάρη στον Γεώργιο Σουρή, ο οποίος μετέφερε τη δράση στη συγκαιρινή του Αθήνα:
Ο Δον Ζουάν!... γνωρίζετε τον ήρωα εκείνον…
ο Μπάιρον τον άφησε θαρρώ εις το Λονδίνον.
[…]
εσκέφθη τέλος να ελθή και μέχρις Αθηνών,
ελπίζων ότι θα ευρεί εκείνας τας κυρίας,
που τους θεούς κατέβαζαν από τον ουρανόν
και οι θεοί εφαίνοντο υπό μορφάς μυρίας,
με άλλους λόγους σήκωναν τον κόσμο στο ποδάρι
ως κύκνοι, ταύροι, άνθρωποι και κάποτε γαϊδάροι.
[…]
   Θα ήταν μάλλον φαιδρό να ερμηνεύσουμε τον ήρωα του Σουρή ως επίδοξο διακορευτή των Καρυάτιδων – μολονότι η σημειολογία μιας τέτοιας αλληγορίας είναι εξόχως διασκεδαστική. Ο δικός του Δον Ζουάν είναι ο καταλύτης που ξεγυμνώνει την πολιτικοκοινωνική διαφθορά και υποκρισία:
[…] Ο Δον Ζουάν ηδύνατο το παν να κατορθώνει,
τελώνας και χρηματιστάς και κλέπτας ν’ αθωώνει […]
   Κάτι περισσότερο θα ήξερε ο κορυφαίος μας σατιρικός…

   Ποιος ήταν τελικά ο Δον Ζουάν; Κολασμένος απατεώνας; Αθεόφοβος επαναστάτης; Κακός δαίμονας ή ανυπότακτος άγγελος; Ή μήπως το αρσενικό ισοδύναμο της Βρουγχίλδης – ωραίας κοιμωμένης της γερμανικής μυθολογίας; Πρόκειται τάχα για μια σύγχρονη εκδοχή του μύθου του Αμφιτρύονα – όπως υποστήριξε ο μαθητής του Freud, Otto Rank («Δον Ζουάν: Μια μελέτη για τη διπλή προσωπικότητα»); Υποκρύπτει ίσως μια μορφή άλυτου οιδιπόδειου συμπλέγματος, η οποία χρήζει θεραπευτικής αγωγής; Ατελείωτος ο κατάλογος των διαφορετικών προσεγγίσεων, από συγγραφείς, καλλιτέχνες, στοχαστές, ψυχαναλυτές. Άδικο έχει, άραγε, ο George Steiner, όταν χαρακτηρίζει τον Δον Ζουάν ως θεμέλιο μύθο της νεωτερικότητας; Ως τη μοναδική συμβολή του νεώτερου κόσμου στη διερεύνηση που εγκαινίασαν οι αρχαίοι τραγικοί; Ο μετανεωτερικός άνθρωπος, ωστόσο, αναζητεί ακόμη τον Δον Ζουάν του.

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Το ξύπνημα

Giorgio de Chirico, Το ξύπνημα της Αριάδνης, 1913.

Για να γίνει αληθινά αθάνατο ένα έργο τέχνης, πρέπει να ξεφύγει απ’ όλα τα ανθρώπινα όρια – η λογική και ο κοινός νους, απλώς θα παρεμποδίσουν. Με τον τρόπο αυτό θα πλησιάσει το όνειρο και την παιδική διανοητικότητα».
Giorgio de Chirico

   Η Αριάδνη είναι αγαπημένο μοτίβο της «Μεταφυσικής περιόδου» του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο. Ο καλλιτέχνης, σαφώς επηρεασμένος από τον Νίτσε, αξιοποιεί τον αρχαίο μύθο για να αισθητοποιήσει με αλληγορικό τρόπο τις θεωρητικές του αναζητήσεις.
   Όλοι οι ομόθεμοι πίνακες του ντε Κίρικο απεικονίζουν την Αριάδνη σαν γλυπτή «κοιμωμένη», να ονειρεύεται το μυστικό της ξύπνημα από το Διόνυσο, ο οποίος θα την κρατήσει για πάντα στο δικό του λαβύρινθο, τη «μεταφυσική» πλευρά της ζωής. Το γλυπτό σώμα υποδηλώνει το πάγωμα του χρόνου, τη διαχρονικότητα του μύθου και της Τέχνης, την επίδραση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς. (Αγάλματα, άλλωστε, συναντάμε συχνά στις «μεταφυσικές» πλατείες του ντε Κίρικο).
   Στον εδώ αναρτημένο πίνακα, Το ξύπνημα της Αριάδνης (1913), τα δύο πυργοειδή οικοδομήματα, που θυμίζουν οπωσδήποτε υψικάμινους, υπαινίσσονται τη δημιουργική δύναμη του Θησέα που φεύγει (η πλίνθινη υψικάμινος) και του Διονύσου που έρχεται (η άσπρη υψικάμινος). Η μνημειακότητα του λευκού μαρμάρου ενώνει συνειρμικά το Διόνυσο με την Αριάδνη.
   Ανάμεσα στα επαναλαμβανόμενα εικαστικά θέματα του ντε Κίρικο περιλαμβάνονται και αυτά τα  ιδιόμορφα οικοδομήματα, σχήματος ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου, κόλουρου κώνου, κυλίνδρου, οβελίσκου. Άλλοτε πλινθόκτιστα, άλλοτε επιχρισμένα, ίσως και μαρμάρινα σαν κίονες/ναοί, όλα σχεδόν στεφανωμένα με σημαιούλες. Σύμβολα κατ’ αρχήν φαλλικά, αλλά και σήματα διακριτά του βιομηχανικού πολιτισμού.
   Όπως και σε άλλα έργα του ίδιου δημιουργού, στο βάθος ξεπροβάλλει, μισοκρυμμένη, μια ατμομηχανή (ανάμνηση του πατέρα του, μηχανικού σιδηροδρόμων στο Βόλο), καθώς και τα πανιά ενός ιστιοφόρου. Η βιομηχανική επανάσταση σε αγαστή συνύπαρξη με την αρχαία πολιτισμική κληρονομιά. Σε τούτη την εικαστική διαπραγμάτευση του μύθου της Αριάδνης, θα ήταν εύλογο να υποθέσουμε ότι το τρένο συμβολίζει τον πατέρα Μίνωα, ενώ το πλοίο, την άφιξη και αναχώρηση του Θησέα.
   Μέσα στους περιβόλους του ντε Κίρικο κυριαρχεί το όνειρο και το μυστήριο, η ακινησία, η μοναξιά και η σιωπή. Πίσω από αυτούς, προβάλλουν τα σημεία της ζωής. Ο ντε Κίρικο δεν είναι αισιόδοξος, μα ούτε και απαισιόδοξος. Είναι ο «μέγας μεταφυσικός», ζωγράφος του αινίγματος, προάγγελος του Σουρρεαλισμού.
   Στο Ξύπνημα της Αριάδνης, ο χαμηλός περίβολος ορίζει τον - κατά Νίτσε - διονυσιακό λαβύρινθο, μέσα στον οποίο κοιμάται η προδομένη από τον Θησέα κόρη του Μίνωα. Τη διαχωρίζει και την προστατεύει από τον κόσμο, μέχρι το βέβαιο ξύπνημά της. Λέει ο Διόνυσος, στο τέλος του ποιητικού «Θρήνου της Αριάδνης» του Νίτσε: «Εγώ είμαι ο λαβύρινθός σου»… Και για τους δύο δημιουργούς, η Αριάδνη συμβολίζει τη μετάβαση από την αναζήτηση της γνώσης στη διονυσιακή έκσταση. Αυτό ακριβώς, το μεταβατικό στάδιο, ενδιαφέρει καλλιτεχνικά και διανοητικά τον ντε Κίρικο. (Τη μετέπειτα χαρούμενη συμβίωση του Διονύσου με την Αριάδνη είχαν προλάβει να την απεικονίσουν οι παλαιότεροι ζωγράφοι, με τους παραστατικούς τους τρόπους).

   Η Αριάδνη περνάει από την προϊστορικότητα του Μίνωα/Μινώταυρου/Θησέα στην ιστορικότητα του Διονύσου/Ταύρου (παρουσιαζόταν κάποτε και με αυτή τη μορφή ο αρχαίος θεός). Η Νάξος αποτέλεσε το ιδανικό σκηνικό για τη μετάβαση αυτή. Έτσι, ο μίτος της Αριάδνης οδήγησε από τη μινωική θρησκεία κατευθείαν στη διονυσιακή λατρεία που διαδόθηκε από την Ανατολή και το Βορρά. Θα ήταν άραγε τολμηρό να συμπεράνουμε ότι ο μύθος αυτός, πέρα από τις ποικίλες, πιθανές και απίθανες, παραλλαγές και ερμηνείες του, πρωτίστως «αιτιολογεί» τη βίαιη συνάντηση διαφορετικών πολιτισμικών στοιχείων, η οποία θα συνέβαλλε καθοριστικά στη γέννηση της αττικής δραματικής ποίησης;

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Λαβύρινθος - 3

Απ' όταν ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο
ο λαβύρινθος εγκαταλείφθηκε, απολύθηκαν οι φύλακες
με τον καιρό γκρεμίστηκε η οροφή του
βγήκαν στο φως οι τρομεροί διάδρομοι
οι αίθουσες για τα βασανιστήρια, την ανθρωποφαγία
οι στοές με τις κρυμμένες εφευρέσεις
τους καταχωνιασμένους θησαυρούς
πέσανε οι τοίχοι, μείναν μόνο τα χνάρια
από περίπλοκα χαράγματα πάνω στη γη.
Όμως προσομοιώσεις λαβυρίνθων, σκοτεινές κατασκευές
δεν έπαψαν να χτίζονται με νέα υλικά
με καινούργια τέρατα, θύματα, ήρωες, ηγεμόνες,
φτιάχνονται προπαντός λαβύρινθοι με λέξεις
κάθε χρονιά μπαίνουν μέσα τους νέες φουρνιές
αγόρια και κορίτσια, με φόβο μαζί και αψηφισιά
για τις παγίδες, τις καταπακτές, τ' αδιέξοδα
φιλοδοξώντας να ξαναπλάσουν και να παίξουν
το παλιό δράμα προσαρμοσμένο στα νέα δεδομένα
δίνοντας στους κύριους ρόλους τα ίδια ονόματα
Μίνωας, Πασιφάη, Μινώταυρος, Αριάδνη,
Δαίδαλος, Ίκαρος, Θησέας.

Τίτος Πατρίκιος, «Ιστορία του λαβύρινθου», Η πύλη των λεόντων, Διάττων, 2002.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Λαβύρινθος - 2

Οι δυο βασιλιάδες και οι δυο λαβύρινθοι 

   Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αφηγούνται αξιόπιστοι άνθρωποι (αν και ο Αλλάχ ξέρει περισσότερα), ζούσε στα νησιά της Βαβυλωνίας ένας βασιλιάς, που μάζεψε μια μέρα τους αρχιτέκτονες και τους μάγους του, και τους παράγγειλε να χτίσουν ένα λαβύρινθο τόσο περίπλοκο και τόσο αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός δεν τολμούσε να διασχίσει το κατώφλι του, κι όποιος έμπαινε, χανόταν. Το κτίριο αυτό αποτελούσε σκάνδαλο, γιατί τα θαύματα και η σύγχυση είναι έργα του Θεού, όχι των ανθρώπων. Με τον καιρό, ήρθε στην αυλή του ένας βασιλιάς των Αράβων, κι ο βασιλιάς της Βαβυλωνίας (για να διασκεδάσει με την αφέλεια του μουσαφίρη του), τον άφησε να μπει στο λαβύρινθο, όπου ο άλλος περιπλανήθηκε ταπεινωμένος, ζαλισμένος, ώσπου έπεσε το βράδυ. Τότε παρακάλεσε τον Θεό να βάλει το χέρι Του, κι έτσι βρήκε την πόρτα. Κανένα παράπονο δε βγήκε από τα χείλια του· το μόνο που είπε στον βασιλιά της Βαβυλωνίας, ήταν ότι στην Αραβία είχε έναν άλλο λαβύρινθο κι ότι, αν ήθελε ο Θεός, θα `ρχόταν κάποτε η μέρα που θα του τον έδειχνε. Ύστερα γύρισε στην Αραβία, μάζεψε τους στρατηγούς και τους φυλάρχους του, κι εξαπέλυσε επίθεση στα βασίλεια της Βαβυλωνίας με τέτοια ευτυχή έκβαση, ώστε γκρέμισε τα κάστρα της, ρήμαξε το στρατό της κι έπιασε αιχμάλωτο τον ίδιο τον βασιλιά. Τον έδεσε πάνω σε μια γοργή καμήλα και τον πήγε στην έρημο. Μετά από τρεις μέρες ταξίδι, του είπε: «Ω βασιλιά του χρόνου, ουσία και σύμβολο του αιώνα! Στη Βαβυλωνία μ’ άφησες να χαθώ σ’ έναν μπρούντζινο λαβύρινθο, με άφθονες σκάλες, πόρτες και τοίχους· τώρα το `φερε ο Παντοδύναμος να σου δείξω κι εγώ τον δικό μου, που δεν έχει σκάλες ν’ ανεβείς, ούτε πόρτες που να μη σου ανοίγουν, ούτε τοίχους να σου κόβουνε το δρόμο».
   Τότε τον έλυσε και τον άφησε στη μέση της ερήμου, να πεθάνει από την πείνα και τη δίψα. Δόξα σ’ Εκείνον που δεν πεθαίνει.

Χ. Λ. Μπόρχες, Το Άλεφ, 1949. (Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης).

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Λαβύρινθος - 1

Πόρτα ποτέ δε θα υπάρξει. Κι είσαι μέσα
και το μέγαρο αγκαλιάζει το σύμπαν·
δεν έχει ούτε μπρός ούτε πίσω όψη
ούτε περίβολο ούτε κέντρο μυστικό.
Μην ελπίζεις πως ο απέραντος δρόμος
που πάλι διακλαδίζεται σ' άλλον,
που πάλι διακλαδίζεται σ' άλλον,
κάπου τελειώνει. Το ριζικό σου αλύγιστο
σαν τον κριτή σου. Μην περιμένεις να σου ορμήσει
ο ταύρος που είναι άνθρωπος κι η αλλόκοτη,
πολύμορφη όψη του σκορπάει τον τρόμο
μέσα σ' αυτό το μπερδεμένο πέτρινο κουβάρι.
Δεν υπάρχει. Να μην ελπίζεις ούτε καν
μέσ' απ' το φοβερό σκοτάδι να φανεί το τέρας.

J. L. Borges, Το εγκώμιο της σκιάς. (Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης).

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Ο Οιδίποδας στον Κολωνό

Θέλεις από νοσταλγία, θέλεις από πλήξη θα προτιμήσω
να ξαναπάρω τον δρόμο προς τα πίσω.
Ζητιάνος έστω, γύφτος, με τσιμπλιασμένα μάτια
παρά βαπόρι στην αθηναίικη πραμάτεια.

Έγραψα μέτρια, ίσως δυσάρεστα ποιήματα.
Κλείσαμε πάντως τώρα το ταμείο
η Αντιγόνη μου θα φροντίσει και τους δύο
  ιδίως πώς θ’ απαντηθούν τα ερωτήματα.

Πολιτική συνείδηση μηδέν, έργο κοινωφελές καθόλου
κουρελιάστηκε στα μήντια το όνομά μου.
Σκανδάλισε τους χρηστούς πολίτες το αμάρτημά μου
«Τι κτήνος γείτονα! Τέρας, φύτρα του διαόλου

Πατροκτόνος, σου λέω, αιμομίχτης! Καθίκι»
Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.
  Πίνω τον πρωινό καφέ μου σκέτο
και προτιμώ να νοσηλεύομαι οίκοι.


Μάριος Μαρκίδης, Παρά ταύτα, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 2001.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Φύλλα


φυλλα τα μεν τ’ ανεμος χαμαδις χεει, αλλα δε θ’ υλη
τηλεθοωσα φυει, εαρος δ’ επιγιγνεται ωρη

Ιλιάδα, Ζ 147-148 
  
(τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, κι άλλα το δάσος
το πυκνό γεννάει, κάθε που έρχεται της άνοιξης η ώρα)

   Οι κεντρικοί στίχοι μιας τετράστιχης παρομοίωσης της Ιλιάδας (Ζ 146-149). Ποιητικά συμπυκνώνεται η Ιστορία των θνητών, συντρίβεται η ανθρωποκεντρική αλαζονεία και χλευάζεται - μέσα στο ίδιο το πεδίο της μάχης - η ματαιοδοξία του πολέμου (πβ. Φ 461-467). Στη συνέχεια, οι δύο Ξένοι (Διομήδης και Γλαύκος), αντί να επιτεθούν, συνδιαλέγονται, ανακαλύπτουν όσα τους ενώνουν και ανταλλάσσουν όσα τους χωρίζουν: τα όπλα τους. Κι ας είναι άνιση ανταλλαγή: χάλκινα δίνει ο Αργίτης, χρυσά ο σύμμαχος των Τρώων. (Με την επέμβαση του Ξένιου Δία, ο Γλαύκος «τρελαίνεται» και παραδίνει το χρυσάφι του αμαχητί). Έτσι, τα όπλα γίνονται δώρα. Η ετερότητα, εγγύτητα. Οι παραλίγο μονομάχοι ξεπεζεύουν, δίνουν τα χέρια και υποδέχονται τα λάφυρα της φιλίας. Ακόμη περισσότερο: Ανταλλάσσουν για λίγο εαυτούς – ο ένας χαρίζει τη ζωή στον άλλο. Ο πόλεμος συνεχίζεται, όμως κανείς από τους δύο δεν είναι πια ο ίδιος.

   Πρόκειται μόνο για το επιστέγασμα της Διομήδους Αριστείας (ραψωδία Ε); Όχι βέβαια. Οι αντίπαλοι συνομιλούν ισότιμα. Είναι και οι δύο εν δυνάμει νικητές. Ο γιος του Τυδέα δηλώνει εξ αρχής το θαυμασμό του για τον εγγονό του Βελλερεφόντη. Αν είσαι θεός, του λέει, δεν θα τα βάλω μαζί σου – αυτό το λάθος έκανε ο Θρακιώτης βασιλιάς των Ηδωνών Λυκούργος, με το νέο θεό Διόνυσο, γι’ αυτό και τυφλώθηκε από το Δία (Ζ 128-141· το θέμα πραγματεύθηκε ο Αισχύλος στη χαμένη τριλογία Λυκούργεια). Σκόπιμα, αίφνης, υπεισέρχεται το διονυσιακό στοιχείο. Η ερμηνεία του επεισοδίου Γλαύκου και Διομήδη δεν μπορεί να εξαντλείται στην ηθική αριστεία, την παραμυθητική επιβράδυνση και την ψυχική προετοιμασία για τις τελευταίες συναντήσεις του Έκτορα εντός των τειχών. Εδώ, ο Ποιητής υπονομεύει γενναία το ηρωικό του έπος. Αλλά και στην οδυσσειακή «Μεγάλη Νέκυια», θα βάλει στο στόμα του νεκρού Αχιλλέα λόγια ακόμα πιο αντιηρωικά και τολμηρά:
 
«Μη θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Οδυσσέα γενναίε·
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,
άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιός,
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών». […]
 
(Οδύσσεια, λ 488-491, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης)
 
«Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο», ενδεχομένως να σχολίαζε ο Νίτσε.


Μεγάθυμε γιε του Τυδέα, τι με ρωτάς για τη γενιά μου;
Όπως των φύλλων η γενιά, τέτοια και των ανθρώπων η φυλή·
τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, άλλα φυτρώνουν όμως
στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης.
Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά,
φυλλορροεί η άλλη και μαραίνεται.
 
(Ιλιάδα, Ζ 144–149, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης)

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Νόστος

Salvador Dali, Το πλοίο, περ. 1943.




























[…]
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,
να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
που σιγά σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια,
γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.
[…]

Κάιρο, 20 Ιουνίου 1942

Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» (απόσπασμα), Ημερολόγιο καταστρώματος Β, 1944.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Οι Μεγάλες Ουσίες

Οι πρώτες παράγραφοι ενός κειμένου για τον Διονύσιο Σολωμό, με το οποίο ξεκινά το δοκιμιακό βιβλίο του Μάριου Μαρκίδη Έμμονες Ιδέες (Αθήνα, εκδόσεις ύψιλον / βιβλία, 1990):

   Δεν πιστεύω να έχουν να μου δείξουνε στα γράμματά μας ποιητή με περισσότερους «απώτερους» σκοπούς – θα έλεγα μάλιστα εξ αρχής μη αυστηρά ποιητικούς σκοπούς, από τον Διονύσιο Σολωμό. Και μπορώ να πω, πως αυτό που συνήθως ονομάζεται σολωμική αγωνία, και που σε κανέναν ποιητή δεν εύχονται να το ζήσει, είναι πιο πολύ συνδεδεμένο με την προσπέλαση και την έκφραση αυτών των σκοπών (σκοπών όχι γενικά «ανείπωτων», όπως τους θέλει η ρομαντική φωτοφοβία, αλλ’ ίσως μόνο ποιητικά «ανείπωτων» – η ποίηση δεν τα μπορεί όλα), παρά με τα ποιητικά προβλήματα που ήταν σχετικά σε απόσταση βολής για τον Σολωμό – εννοώ σε απόσταση βολής για την ποιητική ευστροφία και το ταλέντο του, μιλάω, λ.χ., για τους Ύμνους, τις Ξανθούλες, τις Βοσκοπούλες, τα απονενοημένα διαβήματα των γελασμένων κοριτσιών. Και για τον θάνατο του βοσκού βρήκε εύκολα και πολύ νωρίς τη σωστή «βαθμολογία», και για την Ευρυκόμη, την Ψυχούλα, την Ορφανή, ακόμη και για την Τρελή Μάνα. Δεν θα βιαζόμουν να καταγγείλω σαν παραδοξολογία απλή την πρόταση ότι ο Σολωμός είναι ποιητής διά του αυτοσχεδιασμού, είτε δεν είναι καθόλου. Θα συμπλήρωνα μόνο πως ο Σολωμός μας χαράζει δι’ αυτού που δεν είναι καθόλου.
   Λέει πολλά η παρατήρηση του Πολυλά: «Εις τα Δυό Αδέλφια ο ποιητής επαράστησε την ιδέα του θανάτου, η οποία πρώτη φορά απλώνει τη φοβερή σκιά της εις μίαν αμέριμνη και παρθενική ψυχή· και ενώ τούτο ακολουθάει με θαυμαστή βαθμολογία, η απλότης του τρόπου είναι τέτοια, ώστε κινδυνεύει να μη δεχθή όλο το ωραίον του ποιήματος όποιος δεν υψωθή εις την αγνή της ψυχής διάθεση, από την οποίαν και εβγήκε καθαροστάλαχτο» – ό,τι υπογραμμίζεται, το υπογραμμίζει η δική μου γραφή. Η Τέχνη (η τέχνη με κεφαλαίο, αυτός ο πιο μεγάλος από τους μεγάλους άλλους μας) «ενίκησε τον δύσκολο αγώνα», ο ποιητής τα κατάφερε, έκανε το θαύμα του και ξεμπέρδεψε, τώρα η όποια απόδοση του θαύματος εναπόκειται πια στην ψυχική αγνότητα του αναγνώστη, στη δεκτικότητά του όπως λέμε σήμερα. Το ποίημα, αντί να δοκιμάζεται, δοκιμάζει την παρθενιά μας, του αποδίδουμε λογαριασμό – εδώ αρχίζει για μας πλέον η αγωνία, τα μεγάλα ζόρια… Έτσι διαβάζω την πρόταση του Πολυλά κι είμαι βέβαιος πως δεν την παρεξηγώ – ο Πολυλάς ζούσε ακόμη σε μια εποχή που μπορούσε να απαιτεί «επαρκείς αναγνώστες».
   Είναι, τώρα, πασίγνωστο πως στον βίο και το έργο του Σολωμού υπήρξαν πολλοί «δυσκολότεροι αγώνες», κι εκεί, ανάλογα με το θάμπωμα και τη γενναιοψυχία μας, δεν μπορούμε πάντα να πούμε πως ο ποιητής ενίκησε. Το αντίθετο, τις περισσότερες φορές, εξακολουθεί και μετά το τέλος του αγώνα, από το σημείο να πούμε που δεν «παίρνει άλλο», που πήγανε στράφι όλες οι αναβολές, να είναι φορτωμένος μ’ όλα τα χρέη – ο στενόκαρδος αναγνώστης, αν ζητήσει από το Σολωμό να του δώσει όσα ο ίδιος ο Σολωμός υποσχέθηκε άπλερα κατά καιρούς να δώσει, έχει κάθε δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί: Πού είναι ο υπόλοιπος Λάμπρος – πώς θα περάσουμε δηλαδή από την «ανωμαλία» της ηθικής συνείδησης στη μετάνοια και στη Χάρη, ή από τη στέρηση της ελευθερίας στην ελευθερία, πού είναι ο Κρητικός, που θα συγχώνευε, λέει, την αγάπη της γενέθλιας γης στην αγάπη της γυναίκας, πού είναι το «Ποίημα του Χρέους» και η υπέρτατη ευτυχία που θα ανάβλυζε όταν οι πολιορκισμένοι του Μεσολογγιού θα είχαν πλέον πιεί ως τον πάτο το ποτήρι; Πού είναι, για να πάμε και πιο μακριά, το Carmen Seculare, η άλλη μεγάλη σύνθεση που θα έφερνε τον αγέλαστο τίτλο «Ανατολικός Πόλεμος», ή ο αντίστροφος Λάμπρος, η ευγενικιά ψυχή, ο Νικηφόρος Βρυέννιος; Για όσους γελάστηκαν και κράτησαν, περιμένοντας, μεγάλο καλάθι, πού είναι ο Δάντης, η μεγαλειώδης στιγμή της ταυτότητας μιας γλώσσας που φαινόταν να έχει χάσει την ταυτότητά της ανάμεσα στο στόμα του Κοραή και στο στόμα του αρβανίτη; Ανοίγω, εδώ, μια βιαστική παρένθεση: Απογοητευμένοι από τον Σολωμό, δεν συνετιστήκαμε. Όλα όσα θα θέλαμε, μέχρι σήμερα, να είχαμε, τον δικό μας Ντίκενς, τον δικό μας Έλιοτ, τη δική μας αμφισβήτηση, τα παραγγέλνουμε στο εξωτερικό…
   Από τον Νικηφόρο Βρυέννιο, τον τόσο πολύ κυριαρχημένο από τον «αόρατο Μονάρχη» (θέλω να πω, το Θεό, το πνεύμα, o altra cosa), σώθηκαν δε σώθηκαν – δηλαδή γράφτηκαν δε γράφτηκαν – τέσσερεις πέντε στίχοι, και κανείς τους δεν περιέχει την ιδανικοποιητική πρόθεση, που ανατέλλει μόλις και μετά βίας σ’ έναν στοχασμό και στη λατρευτική μνήμη του Ιάκωβου Πολυλά. Από τον Ανατολικό Πόλεμο περισώθηκαν δυο στίχοι, κι άλλοι δυο, αμφίβολοι, εκπεσμένοι σε υποσημείωση. Από την Ελληνίδα Μητέρα σώθηκε ένας. Οι ποιητικές ιδέες ανακατεύουν εναγώνια τα χειρόγραφα γυρεύοντας το ταίρι τους. Παντού, πάλι, η ερωτευμένη προφορική παράδοση έσωσε ό,τι στίχους κι όσα σχέδια είχε να περισώσει κι ύστερα σώπασε – έχει δηλαδή σωπάσει πια εδώ κι εκατό περίπου χρόνια… Η δαιμονισμένη γραφή, και το θάμπωμα, και ο έρωτας, δεν μπόρεσαν να σκαρφαλώσουνε πάνω απ’ την αποτυχία. Αυτό το ξέρουμε. Όπως ξέρουμε και τι σημαίνει για τη διορία της ποίησης η σολωμική αποτυχία. Όμως, από την άποψη των Μεγάλων Ουσιών, πιο πολύ μας ενδιαφέρει νομίζω μια άλλη στιγμή της αποτυχίας του Σολωμού, ένας άλλος απώτερος σκοπός, άπιαστος κι αυτός: «Τώρα αισθάνονται ότι θα χάσουν τα πάντα […] Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες» – παρακαλώ τον αναγνώστη να λάβει προκαταβολικά υπόψη του πως δεν πιστεύω ότι οι Μεγάλες Ουσίες είναι δουλειά της ποιήσεως, αν και πιστεύω ότι πρέπει να σπάει επάνω τους τα μούτρα της.
[…]

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Πολιορκισμένοι

[…]
Και ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα,
μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.
[…]

Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Σχεδίασμα Β΄, απόσπασμα 9.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Πατριωτικόν

Ελλάς πατρίς μου, δεν σ’ αγαπώ,
για σε δεν καίω κι εγώ λιβάνι·
πάντα για σένα κακό θα πω
κι ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι.

Όμως συγχώρει τον μισητόν,
πατρίς γλυκεία και τροφοδότις·
κι εις τόσο πλήθος πατριωτών
ας είναι κι ένας μη πατριώτης.


Γεώργιος Σουρής, Εις την πατρίδα

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Οι Ταραντίνοι


Κ. Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια, γύρω στο 1890)



























Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ’ εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ’ άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Aλλ’ απ’ αυτά απέρχοντ’ οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ’ εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.


Κ. Π. Καβάφης, "Οι Ταραντίνοι διασκεδάζουν" [1898],
Αποκηρυγμένα, Αθήνα, εκδόσεις Ίκαρος, 1983.

Πολύ περισσότερα: www.kavafis.gr

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Τα αποκηρυγμένα

Κ. Π. Καβάφης (1863-1933)
Επίλογος της εισαγωγής στην έκδοση των αποκηρυγμένων ποιημάτων (1886-1898) του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Ύψιλον / βιβλία, 1990:

[…]   Ψυχανάλυση στον Καβάφη δεν κάνω, ούτε και την παραδέχομαι στον Καβάφη. Λέω μόνο πως στα δέκα και παραπάνω χρόνια που γράφονται και δημοσιεύονται τα αποκηρυγμένα ποιήματα, τα κάθε λογής αποθαμένα του ποιητή (χωρίς να μιλάω μόνο για τους νεκρούς) δεν έχουν ακόμη ησυχάσει, δεν έχουνε συχωρεθεί – πάνε όμως σιγά σιγά να συχωρεθούν, έτσι ώστε αν είναι πολύ αποκηρυγμένο, για παράδειγμα, το Βακχικόν (1886), ίσως να είναι λιγότερο αποκηρυγμένοι οι Ταραντίνοι (1898). Κι εκείνο μάλιστα το στίχο «Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει» (Μνήμη), θα έπρεπε ο ποιητής να μην τον αποκηρύξει καθόλου. Αυτό που μένει ως Καβάφης (ακριβέστερα ως 154 παραδεκτές διαδρομές του Καβάφη), είναι το κέρδος του τεχνίτη – βλέμμα και χέρι, τέχνη και μαστοριά που αποπλέουν απ’ την αφετηριακή οξύτητα της προβληματικής του προσωπικού βίου και στήνουν το εργαστήρι τους στην ιλαροτραγωδία του ιστορικού βίου. Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι, και έτσι ακόμη, η μια απογοήτευση διαδέχεται την άλλη, μα στο μεταξύ το μπακίρι της τέχνης έχει γυαλιστεί. Η τέχνη γενικεύει, καθαρίζει το λαιμό της, επεκτείνει τα μνημόσυνά της, αξιώνει εγωιστικά τον εαυτό της για τον εαυτό της. Πάνω απ’ τα αποθαμένα της, κοιτάζει πια τα συμφέροντά της: το πώς θ’ αγαπηθεί σήμερα χωρίς να χάσει, όσο αγάπησε χτες και έχασε. Νομίζω, εν παρόδω, ότι το ίδιο επιδιώκει κι ο Σολωμός, πέρα από οποιαδήποτε φιλολογική σύμπραξη που θέλουν να αποδείξουν οι φιλόλογοι, όταν ζητάει να υποτάξει πρώτα ο νους… Μα σ’ αυτό το σημείο δεν θα προχωρήσω. Τα 154 ποιήματα του Καβάφη είναι η τέχνη του, η ακριβή του τέχνη – και δεν χωρούν καμιά προγραμματική, εφαρμοσμένη ψυχολογία. Μα τα Αποκηρυγμένα ποιήματα ΕΙΝΑΙ, νομίζω, η ψυχολογία του (και η ψυχική του πάλη) – όσο λίγη κι αν είναι εκεί μέσα η τέχνη. Και για την ψυχολογία του ίσως και μόνο, που τον σκανδαλίζει όσο τον σκανδαλίζει η ψυχολογική σιωπή του Κάλβου, είναι που ζητάει ο Γιώργος Σεφέρης να γνωρίσουμε τα «αποκηρυγμένα» του Καβάφη. Μια έκκληση του τελειωμένου αναγνώστη στην ιστορία της γραφής, μια έκκληση μετακίνησης από τον «συντελεσμένο» ποιητή στον «δυνάμει» ποιητή. Ο ποιητής, είπε, δεν έχει πια να φοβηθεί τίποτε (εννοούσε μήπως τον κίνδυνο Θεοτοκά;). Φυσικά, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ. Δεν βρίσκεται εκεί.


2.4.90: «Νομίζω πως με παραδέχεσαι με μια ευγενική άρνηση». Κ.Μ.

Μάριος Μαρκίδης

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Όλοι μαζί...

Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Mια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Aλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Aφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Aνυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Mόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.

Kι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».


Κ. Γ. Καρυωτάκης, "Ολοι μαζί...", Σάτιρες, 1927.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Για τον Καρυωτάκη

Κ. Γ. Καρυωτάκης (1896-1928)

Βύρων Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», περιοδικό Σημειώσεις, τεύχος πρώτο, Αθήνα, Σεπτέμβρης 1973. Η εισαγωγική και η καταληκτική «Θέση» παρατίθενται εδώ:
  

Ι.   Υπάρχουν ποιητές τελεσίδικα γνωστοί, υπάρχουν και ποιητές που τους ανακαλύπτουμε αδιάκοπα. Ο Καρυωτάκης είναι ο ποιητής που απωθούμε.
[…]
VIII.   Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, καθεμιά με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κομφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες κ.λπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη. Με όλους τους μηχανισμούς της δεν κατορθώνει να τον εντάξει (δηλαδή να τον αφανίσει) θετικά ή αρνητικά στο σύστημα των αξιών της. Του έδωσαν θέση στις ανθολογίες – μα οι σελίδες του μοιάζουν να θέλουν να ξεκολλήσουν και να φύγουν. Του κάνουν διαλέξεις – όπου τελικά δεν λέγεται τίποτε γι’ αυτόν. Θέλουν ακόμη να του στήσουν και προτομή – μα το μάρμαρο ασφαλώς θα ραγίσει… Ή. Δημιουργούν το πλάσμα του «καρυωτακισμού» για να τον σαβανώσουν μέσα σ’ αυτό – αλλά «καρυωτακισμός» δεν υπήρξε ποτέ, είναι το πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης. Επιχειρούν αισθητικές και φιλοσοφικές τοποθετήσεις του χωρίς αισθητική και χωρίς φιλοσοφία – όμως τα πιο έγκυρα κριτικά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ για Έλληνα ποιητή, δηλαδή τα κείμενα Παράσχου, Άγρα, Μαλάνου, δεν σβήνουν. Και τώρα τελευταία τον πετούν στην κατανάλωση, συνδέοντάς τον με τις ασημαντότητες της νεοαντιστασιακής κομφορμιστικής «αμφισβήτησης» – μα η δίψα του κόσμου για τις πηγές γίνεται όλο και εντονώτερη. Δεν μένει παρά ο μηχανισμός της απώθησης, γιατί η ωραία μας ποίηση πρέπει να ζήσει και να προκόψει. Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια και η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλαδή κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών. 

Νεώτερες βιβλιογραφικές προτάσεις για τον Καρυωτάκη:
*   Δημήτρης Αγγελάτος, Διάλογος και ετερότητα. Η ποιητική διαμόρφωση του Κ. Γ. Καρυωτάκη, Αθήνα, εκδόσεις Σοκόλη, 1994.
*   Καρυωτάκης και καρυωτακισμός, πρακτικά επιστημονικού συμποσίου (31/1-1/2 1997), Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1998.
*   Πολύ περισσότερα: http://www.netschoolbook.gr/b1-log-karyotak.html

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Η παρέα των Σημειώσεων

Τεύχος 1, Σεπτέμβρης 1973
   Αμέσως μετά τη δικτατορία του 1967-1974, μια μικρή ομάδα νέων ποιητών και διανοούμενων, με κοινό σημείο αναφοράς την προδικτατορική Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967), αλλά και τις Μαρτυρίες (1962-1966), συσπειρώθηκε γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό Σημειώσεις και τις συγγενείς εκδόσεις «Έρασμος». Το πρώτο τεύχος των Σημειώσεων είχε τυπωθεί το Σεπτέμβρη του 1973, με συνεργάτες και συνεκδότες τους: Στέφανο Ροζάνη, Μ. Αφεντόπουλο (Μάριο Μαρκίδη), Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και Βύρωνα Λεοντάρη. Μέλη της ίδιας παρέας: Μ. Λαμπρίδης (ψευδώνυμο του Μανόλη Λεοντάρη), Αντώνης Λαυραντώνης, Ανδρέας Κίτσος-Μυλωνάς, Τάσος Πορφύρης, Μάρκος Μέσκος, Παναγιώτης Κονδύλης, Σταμάτης Στανίτσας, Ρένα Κοσσέρη κ.ά. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο κύκλος των Σημειώσεων μεγάλωσε, κατακτώντας τη δική του ξεχωριστή θέση στα ελληνικά Γράμματα.

Απόσπασμα επιφυλλίδας του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, δημοσιευμένης στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, στις 24 Μαρτίου 2000:

   Εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα, ένα περιοδικό κι ένας εκδοτικός οίκος διακονούν το Ακριβό, το Πολύτιμο, το Ποιοτικό, διακονούν το πρόταγμα της αυτονομίας και της σκέψης που διαρκώς αναζητεί ίχνη ελευθερίας μέσα στο φαιό πολτό μιας εποχής, η οποία δεν παύει να ξεγελάει τον εαυτό της και όσους τη ζουν. Πρόκειται, βέβαια, για το περιοδικό «Σημειώσεις» και τον εκδοτικό οίκο «Έρασμος». Το εγχείρημα έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του εξήντα. Αιρετικές φωνές της Αριστεράς επιχειρούν από τότε να αρθρώσουν το λόγο τους. Γίνονται παρέα. Μαθαίνουν να μιλάνε αψηφώντας παγιωμένα δόγματα και ασφυκτικές πεποιθήσεις. Προτιμούν τις προσηλώσεις, όπως θα έλεγε και ο κατ’ εξοχήν ποιητής αυτής της παρέας, παρά τις πεποιθήσεις. Και εμμένουν στην υπεράσπιση του ρίγους.   […]   Στις σελίδες των «Σημειώσεων», το Ρίγος και η Νόηση δεν είναι αντίπαλοι, ανταλλάσσουν θερμές χειραψίες, μας προσφέρονται ως σύμμαχοι.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Αιώνας εμπορίου

Ο Τάσος Λειβαδίτης σε σχέδιο του Γιάννη Ρίτσου.




























H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
   εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
   λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
   δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
   χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
   ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
   περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
   μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
   δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
   μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
   θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
   ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
   προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ' όλη τη ζωή μου.


Τάσος Λειβαδίτης, «Αιώνας εμπορίου», Ποιήματα (1958-1963), Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1978.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Απόφθεγμα

                                                *

Σύντροφοι, μας τελείωσαν τα όνειρα. Αποταθείτε στο ταμείο αϋπνίας.

                                                *

Από τα "Σχέδια ανέφικτων λυρικών ποιημάτων" της συλλογής Βαποράκια του Μάριου Μαρκίδη (Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 1999, βλ. σελ. 55).

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Ποιητική

Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

― Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Tην ιερότερη εκδήλωση του Aνθρώπου
Tη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Tων σκοτεινών επιδιώξεών σας
Eν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Mε το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

― Tο τί  δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Eσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Kαι μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
N' ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Kηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.


Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ποιητική», Ο στόχος, από την ομαδική έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα, Αθήνα, Κέδρος, Ιούλιος 1970. Ενός λεπτού ακρόαση:
http://www.snhell.gr/lections/content.asp?id=21&author_id=1&page=anthology 
Και κάτι ακόμα: http://www.mednet.gr/archives/2001-4/pdf/335.pdf  

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Επιστολική δοκιμιογραφία

   Φίλε Κηρυκίδη,

   Θερμές ευχαριστίες για την παρέμβασή σου στο ποιητικό μου έργο. Δεν γνωριζόμαστε μεταξύ μας παρά ελάχιστα, μου έκανε όμως εντύπωση η ευπάθεια κι η εντιμότητά σου στην ανάγνωση της ποίησης, η σεμνότητα που σε υποχρεώνει να είσαι γενικά φειδωλός στις εκτιμήσεις σου, και -σε πολλά σημεία- η κριτική ευθυβολία σου. Μ’ εντυπωσίασε εξ ίσου και η άρτια ενημέρωσή σου περί τα ημέτερα εργοβιογραφικά. Σε εποχή μάλιστα που όλοι βιάζονται να καίνε όπως-όπως τους φακέλους… Θα φτάσουμε, ενώ θα τα ξέρουμε όλα για τον Μπάρροους και τον Γκίνσμπεργκ, να μη σκαμπάζουμε ποια είναι η διαφορά του Λειβαδίτη απ’ τον Αναγνωστάκη, και ποια περιουσία κεκοιμημένων ποιητών υπεξαίρεσε ο λεγόμενος Αφεντόπουλος.
   Θα ήθελα όμως να σου έλεγα, στα σοβαρά, και κάτι άλλο: με αναστατώνει σήμερα, που δεν έχω πια την παλιά μου ευλυγισία, να με συνδέουν τόσο αποκλειστικά με την εμπειρία μιας ορισμένης ιστορικής περιπέτειας του τόπου μας, με τη μέθη της και με την οικτρή έκβασή της, μ’ αυτό δηλαδή που συνηθίσαμε να εννοούμε αναφερόμενοι εξαπλουστευτικά σε «χαμένο κοινωνικό όραμα». Και θα ευχόμουν ν’ ανακαλύπτονταν κι άλλες εκδοχές (ή, τουλάχιστον, κι άλλα επίπεδα ερμηνειών) γι’ αυτόν τον, ας πούμε, «πεισιθανατισμό» που διατρέχει αναμφισβήτητα τα ποιήματά μου. Να μπορούσε να τα κοιτάξει κανείς κι από άλλες οπτικές γωνίες -χωρίς να αποκλείει οπωσδήποτε την προηγούμενη- είτε να μπορούσαν τα ίδια τα ποιήματα να επέβαλλαν μια πιο πρισματική ματιά στην πρόσβασή τους. Χωρίς να ζητάνε ασφαλώς χάρη… Ενδέχεται λ.χ. (κι εδώ εικασίες απλώς κάνω) να εκφράζουν στο μέτρο της δύναμής τους μιαν ιδιοσυγκρασιακή μάλλον ψυχική κατάσταση η οποία συντονίστηκε με τους ιστορικούς συγκεκριμένους όρους, παρά αποτελεί απότοκό τους. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο, τον Βάρναλη (ναι, τον Βάρναλη!), τον Σεφέρη, ποιητές δύσθυμους εκ γενετής αν και καχύποπτους πολιτικά ο ένας απέναντι στον άλλο, ποιητές που νομίζω ότι καταλαβαίνω όπως ένας ηδονοβλεψίας τον εφαψία.
   Ενδέχεται, δεύτερον, να με παράτησε σε κρίσιμη ηλικία ένα κορίτσι –κι εκεί να σταμάτησαν όλα, ή από κει να άρχισαν όλα (πράγμα που είναι το ίδιο). Τι άλλο ενδέχεται; Ενδέχεται όλα αυτά να μην είναι κατά βάθος παρά μια φιλολογική διάθεση, ένας παρακμιακός μπαροκισμός, μια μικροαστική διανοουμενίστικη υπόκριση ιστορικής απαισιοδοξίας. Το Κόμμα, τότε που διέθετε κύρος, την κατήγγειλε. Τη χλεύασε σκληρά, αλλά δεόντως. Άλλο ήττα, άλλο ανάπαυλα του κινήματος. Τα ποιήματα ορισμένων έπεσαν ανάμεσα στη μικρή ψυχή και την ανάπαυλα. Απόηχοι της μεγάλης βροντής… Δεν συμφωνώ. Δεν είμαι απόηχος. Δεν υπάρχουν απόηχοι παρά μόνο στη φαντασία των επισήμων ήχων.
   Ισχύει αυτό που έγραψα παραπάνω για τις ηχητικές συχνότητες. Κι όμως, στην πραγματικότητα πιστεύω ότι εσύ είσαι αυτός που έχει δίκιο. Η πηγή των ποιημάτων μου (τόσο μονότονα τραγικοφανών όπως τα βλέπω σήμερα, κι από ένα σημείο και πέρα απατηλά ειρωνιστικών, όπως όταν δοκιμάζει κανείς να διασκεδάσει με καλαμπούρια που αποδεικνύονται μάλλον κρύα τη μουδιασμένη ατμόσφαιρα στο πάρτι…), η πηγή των ποιημάτων μου επαναλαμβάνω, καθώς και των ποιημάτων των ομοίων μου στη διαστροφή, είναι αυτή η ακατανόητη ομαλότητα της ζωής, όταν το νόημα του να ζεις γενικώς έχει βάλει την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια του και τείνει να καταρρεύσει. Πεθαίνουμε από υπερβολική δόση ζωής, άλλος στον σταθμό Λαρίσης και στην Ομόνοια, άλλος στις Βρυξέλλες. […]

Οι πρώτες παράγραφοι από χαρακτηριστικό αυτοσχόλιο του Μάριου Μαρκίδη, γραμμένο στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1994. Δημοσιεύθηκε στην προτελευταία ποιητική του συλλογή, Βαποράκια (Νεφέλη, 1999) και συμπεριλήφθηκε αντί επιλόγου στο μεταθανάτιο «Αφιέρωμα στον Μάριο Μαρκίδη» του λογοτεχνικού περιοδικού Σημειώσεις (τεύχος 58) τον Ιανουάριο του 2004.