[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Σάββατο 6 Απριλίου 2019

Η έρημη χώρα


T. S. Eliot, φωτ. Bob Landry/The LIFE Picture Collection, via Getty Images

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μάς ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε1
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν2,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch3.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.

    Ποιές ρίζες απλώνουνται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει·
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
             Frisch weht der Wind
             Der Heimat zu,
             Mein Irisch Kind,
             Wo weilest du? 4
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.5

    Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

    Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κινγκ Ουίλλιαμ Στρητ6,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ7 μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες8 με τα καράβια!
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί, τον αγαπάει τον άνθρωπο,
‘Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι!
Συ! hypocrite lecteur! — mon semblable, — mon frère!»9


Thomas Stearns Eliot (1888-1965), “I. The Burial of the Dead”, The Waste Land, 1922.

Θ. Σ. Έλιοτ, «Α’. Η ταφή του νεκρού», Η έρημη χώρα - και άλλα ποιήματα, εισαγωγή-σχόλια-μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, εκδ. Ίκαρος, 11936, οριστική έκδοση 1973.


Συνοπτικές σημειώσεις (βλ. περισσότερα στην έκδοση του Σεφέρη, ό.π.)

1. Starnberger See: Μεγάλη λίμνη και τόπος αναψυχής στη Βαυαρία, 25 χλμ. νοτιοδυτικά του Μονάχου.
2. Hofgarten: Πολυσύχναστος δημόσιος κήπος στο κέντρο του Μονάχου.
3. Μετάφραση: «Δεν είμαι διόλου Ρωσίδα, κατάγομαι από τη Λιθουανία, βέρα Γερμανίδα».
4. Βλ. την όπερα του Richard Wagner, Tristan und Isolde (Τριστάνος και Ιζόλδη) Ι. 5-8: Δροσερός φυσά ο αγέρας / προς την πατρίδα, / παιδί μου από την Ιρλανδία / πού να βρίσκεσαι;
5. Βλ. Τριστάνος και Ιζόλδη ΙΙΙ. 24: Έρημη και άδεια η θάλασσα.
6. King William Street: Κεντρική οδός από τη Γέφυρα του Λονδίνου έως την Τράπεζα της Αγγλίας, στο οικονομικό κέντρο της πόλης, το City. (Σημ.: Εκείνη την εποχή ο Eliot εργαζόταν ως τραπεζικός στη Lloyds Bank).
7. Saint Mary Woolnoth: Αγγλικανική εκκλησία στο City του Λονδίνου, στη γωνία των οδών King William και Lombard.
8. Mylae (σημ. Milazzo): Πόλη στη βόρεια ακτή της Σικελίας, όπου ο Γάιος Δουίλιος νίκησε τον καρχηδονιακό στόλο το 260 π.Χ.
9. Μετάφραση: «υποκριτή αναγνώστη! – όμοιέ μου, – αδελφέ μου!».
(Σημείωση του Eliot: Δες Baudelaire, Πρόλογο στα Άνθη του Κακού).

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Οφειλή


Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο,
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες,
είναι σαν να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.

Τίτος Πατρίκιος (1928-), «Οφειλή», Μαθητεία (ποιήματα της περιόδου 1952-1962, ενότητα: "Οι ρίζες κι η βροχή"), εκδόσεις Πρίσμα, 1963.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Ποιήματα στον δρόμο



Νίκος Χουλιαράς (1940-2015)
     Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στον δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
     Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στον δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
     Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε τον δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα, καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
     Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
     Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
     Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
     Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι», καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
     Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στον δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες, και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

Νίκος Χουλιαράς, «Τα ποιήματα στον δρόμο», περιοδικό Η Λέξη, τεύχος 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Σκιά και φως


            IV

Φαντάζεται συχνά τον θάνατον −όχι λάσπες− λιβάδια νερά
ανθισμένα δέντρα και πουλάρια· στη ράχη τους εσύ περνώντας
το ποτάμι (εδώ τίποτα δεν προδόθηκε, όλα περάσανε και όλα
μείναν).

             ΧΙ

Δεν είναι η μνήμη. Σκιά και φως
σιωπή πολύγλωσση κι αγκαλιά μονάχα.

            LIV

Ξεύρεις ουρανέ με ποια βροχή και συ χώμα πώς θα με λιώσεις.


Μάρκος Μέσκος, από τη συλλογή Ψιλόβροχο, εκδόσεις Νεφέλη, 2000
(περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα: Μαύρο δάσος ΙΙ,
Αθήνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011).

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Σκόρπια φύλλα


Μ. Μέσκος (1935-2019)
                                                Τίποτε να μη βλέπει –
                                                να φύγει να φύγει να φύγει
                                                στη μονιά του λύκου να κουρνιάσει
                                                μαύρη πέτρα της κατάρας
                                                αθάνατη.
  
Αστέρια τ’ ουρανού φύλλα των δέντρων
τώρα στο χώμα λιώνει το φεγγοβόλημά τους
ωχρό αντίο από τον Νοτιά και τη γριά βροχή

δεν τα έσωσαν πριν μήτε οι φτερούγες των αρχαγγέλων
μήτε τα δάκρυα στ’ ακροκλώναρα
που στάζουν λαμπυρίζοντας
και κλαίνε·

         φύλλα
         φύλλα των ίσκιων κι αβασίλευτα αστέρια –
 
         αν άνθρωποι φτωχοί αναζητούν το ελάχιστο της καλημέρας
         μόνο τα τρελά όνειρα αποφεύγουν το τέλος.    


Μάρκος Μέσκος, «Σκόρπια φύλλα», Άλφα Βήτα: Ποιήματα, εκδόσεις Κίχλη, 2015.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018

Ο χρόνος είναι



Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του

Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες

Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα

Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.


Οδυσσέας Ελύτης, Πρώτα ποιήματα: «Δεύτερη φύση», ΙΙ, Προσανατολισμοί (1940), Αθήνα, εκδόσεις Ίκαρος, 11966.

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

Χριστουγεννιάτικη ιστορία



Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάννης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ τον βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκαννο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα...

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα να ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχονο
                                στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
                                           πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
                                              να παρηγορηθούνε.


Μιχάλης Γκανάς, «Χριστουγεννιάτικη ιστορία», Γυάλινα Γιάννενα,
εκδόσεις Καστανιώτης, 1989.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Το παράπονο

Κάθε φορά που πάω ν’ ανοίξω κουβέντα
μ’ έναν πεθαμένο φίλο
ξαναγυρίζει στη σκέψη μου
το παράπονο της ψυχής του Αχιλλέα:
«Πῶς ἔτλης Ἀϊδόσδε κατελθέμεν, ἔνθα τε νεκροὶ
ἀφραδέες ναίουσι, βροτῶν εἴδωλα καμόντων;» *

Γιώργης Παυλόπουλος, «Το παράπονο», Πού είναι τα πουλιά, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2004.

* Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία λ (Νέκυια), στίχοι 475-476.
Κατά την κάθοδό του στον Άδη ο Οδυσσέας συνομίλησε και με τους νεκρούς ήρωες των Αχαιών, Αγαμέμνονα, Αχιλλέα και Αίαντα. Εδώ, ο Αχιλλέας εκφράζει την απορία και τον θαυμασμό του προς τον Οδυσσέα:
[...] «που τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου νεκροί μονάχα κατοικούν,
δίχως τον νου τους πια, είδωλα και σκιές βροτών που έχουν πεθάνει»
(μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης).

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

Η θάλασσα



                  Στον Σάκη Καράγιωργα

Μ’ έσπρωξαν μέσα ξαφνικά
και κλείσανε τη σιδερένια πόρτα.
Κάποιος απ’ το σκοτάδι είπε:
Πρώτα θα χάσεις τα μάτια σου.
Δεν πρέπει να βλέπεις. Όχι.
Θα βλέπεις τα πάντα μέχρι το τέλος.
Στάσου εκεί να με κοιτάζεις.
Να κοιτάς το θάνατό σου.

Εμένα στο νου μου η Θάλασσα.

Θα σου μπήξω το ξύλο τούτο στην κοιλιά
και θα σ’ το βγάλω από το στόμα.
Θέλω να ιδώ το αίμα σου
να χύνεται στις πλάκες
και τα σκυλιά μου να το γλείφουν.
Τραβήξου πέρα κάθαρμα
να μη λερώσεις τη στολή μου.

Εμένα στο νου μου η Θάλασσα.

Μπορώ να κάψω τον αέρα
για να μην ανασαίνεις πια.
Σιγά σιγά θα χάνεσαι
και θα σε περιμένω.
Ξέρω την ώρα τη στιγμή
που θα τα παραδώσεις.
Πρώτα θα σπάσεις. Μετά θα με παρακαλάς.
Μετά θα θέλεις να πεθάνεις.

Εμένα στο νου μου η Θάλασσα.

Όμως θα σε πετάξω από τη σκάλα
και θα σε ρίξω στο πηγάδι.
Είναι μια τρύπα μες στη γη
τσιμέντο και σκοτάδι.
Πάνω από το κεφάλι σου
θα βάλω σιδερένια σχάρα.
Εκεί θα μείνεις και θα τρελαθείς.
Μα πριν θα μαρτυρήσεις.

Εμένα στο νου μου η ΘΑΛΑΣΣΑ.


Γιώργης Παυλόπουλος, «Η Θάλασσα», Το σακί, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1980.

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

Το τέλειο έγκλημα


Αποφάσισε  τότε – μη ρωτήσεις ποτέ το γιατί –
Γ. Παυλόπουλος (1924-2008)
αποφάσισε τότε να σκοτώσει το ποίημα.
Πήρε κάθε προφύλαξη έκρυψε το μαχαίρι
και παραμόνευε.

Το ποίημα βεβαίως δεν ήταν ανύποπτο.
Ήξερε τις προθέσεις του ποιητή από καιρό
αλλά μήτε τον απόφευγε μήτε τον προκαλούσε
και κάπου κάπου έκλαιγε κρυφά.

Ώσπου έγινε το τέλειο έγκλημα.

Μαχαιρωμένο το ποίημα
μέσα στην καρδιά του ποιητή
έμεινε άγνωστο για πάντα.


Γιώργης Παυλόπουλος, «Το τέλειο έγκλημα», Λίγος Άμμος, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1997.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Πορτραίτο ενός αγνώστου


Ν. Χατζιδάκι (1946-2017)

Ήταν μακριά. Καθώς πλησίαζε.
Μέσα στην σκόνη. Περίεργη σκόνη. Της ασφάλτου.
Λαμπύριζαν τα φύλλα στα δέντρα. Καθώς αιφνίδιες
                                           εστιάσεις κινήσεων.
Τα ακινητοποιούσαν.
Δεν ήταν ιδιαίτερα νέος. Έτσι έλεγε.
Αν και το δέρμα στο πρόσωπό του: Διηθήσεις του χρόνου
                                                                ακύμαντες.
Ταλαντεύσεις και μετακινήσεις μοριακών πληθυσμών.
                                                                    Καθώς.
Δραπετεύσεις κυττάρων, ψηλά στο μέτωπο.
Καθόταν με τις βαλίτσες του. Σε συσφιγκτήρια στάση.
Ήταν:

Ένα μπουκέτο νεαρά χέλια;
Ένα μαλθακό εντελβάϊς;
Ένα νηματώδες εδώδιμο;
Ένα αχανές τέλος;


Νατάσα Χατζιδάκι, «Πορτραίτο ενός αγνώστου», Άλλοι, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Λόγια



Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι,
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές·
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες,
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά·
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να `σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή·
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι,
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά·
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή·
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή,
πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή.

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι,
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά,
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά·
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια,
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

Μάνος Ελευθερίου, «Μαλαματένια λόγια», από τον κύκλο τραγουδιών Θητεία (1974)
σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου.


Στης ανάγκης τα θρανία
και στης φτώχειας το σχολειό
μάθαμε την κοινωνία
και τον πόνο τον παλιό.

Το σεργιάνι μας στον κόσμο
ήταν δέκα μέτρα γης,
όσο πιάνει ένα σπίτι
και ο τοίχος μιας αυλής.

Παραπονεμένα λόγια
έχουν τα τραγούδια μας
γιατί τ’ άδικο το ζούμε
μέσα από την κούνια μας.

Μάνος Ελευθερίου, «Παραπονεμένα λόγια», από τον κύκλο τραγουδιών
Σεργιάνι στον κόσμο (1979) σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου.