[...]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...], Ελεγεία: δεύτερη σειρά, 1927.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Μνήμη της θάλασσας



Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως·
κοντά στη φωνή του που χανόταν
μέσα στη δική μας
ή την ακούγαμε βαθύτερη
γεμάτη τρόμο
σαν να ξαναγύριζε από ξεροπήγαδο·
πλάι σε κείνον που πέθαινε
και σε μας που υπομέναμε
τη θλίψη του αποχωρισμού
τον πόνο του θανάτου
κι ο ίδιος ίσκιος παντού
αλλά δροσιά πουθενά
ν’ ακουμπήσουμε·
σε τούτους τους αδυσώπητους άμμους
θυμήθηκα τη θάλασσα
– όχι το πέλαγο με τα καράβια
τυραγνισμένο από τις έγνοιες μας –
θυμήθηκα τη θάλασσα
ν’ ανθίζει στο παράθυρό μας
και ξαφνικά
στη λάμψη του μεσημεριού
να σκοτεινιάζει.

Γιώργης Παυλόπουλος, «Μνήμη της θάλασσας», Το κατώγι, Αθήνα, εκδ. Ερμής, 1971.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ποιητής




Marc Chagall (1887-1985), Trois heures et demie (Le poète), 1911, ελαιογραφία, Philadelphia Museum of Art, The Louise and Walter Arensberg Collection, 1950.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Η ζωή του μετά θάνατον


Νάνος Βαλαωρίτης (1921-2019), φωτ. Γ Φαλκώνης.

Θα συνεχίσω άραγες να γράφω και μετά θάνατον;
   Έχω γράψει σε ώρα τροπικής θύελλας τις παραμονές του τέλους κι όταν το πλοίο βυθιζόταν τραγούδησα στο κατάστρωμα κι όταν γκρεμίζονταν οι πυλώνες του ναού, έκρουσα τις φωνητικές μου χορδές με την τελευταία μου πνοή… Έγραψα σε ώρες συσκότισης λόγω διακοπής ρεύματος, σε ώρα ψυχικού κλονισμού, παγιδευμένος κάτω από χαλάσματα χωρίς αέρα και αντικρίζοντας εκτελεστικά αποσπάσματα δικτατοριών. Έγραψα ακούγοντας εκκωφαντικές συναυλίες σκληρού ροκ και στο κρεβάτι μου όταν κοιμόμουνα: τώρα χρειάζομαι μόνο χαρτί και καλαμάρι και θα συνεχίσω να γράφω στον αιώνα τον άπαντα.
   Μα πού θα βρω χαρτί και καλαμάρι στον τάφο;
   Χμ, δεν το ‘χα σκεφτεί αυτό. Θα πρέπει να τα παραγγείλω εγκαίρως από πριν. Και σε μεγάλες ποσότητες. Μα τι θα κάνω αν σαπίσει;
   Τότε θα πρέπει να γράψω με πνευματική πένα, σε πνευματικό χαρτί. Ή ακόμα καλύτερα θα υπαγορέψω σε κάποιο συγγραφέα που ζει στοιχειώνοντάς τον αφού πεθάνω. Έτσι άλλωστε ο τυφλός Μίλτωνας δεν υπαγόρευε στην κόρη του κάθε μέρα τη συνέχεια του Απολεσθέντος Παραδείσου, όπως την είχε σκεφτεί την προηγούμενη νύχτα [;…]

Νάνος Βαλαωρίτης, Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη (απόσπασμα, σσ. 132-133), Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 1993.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Τείχη



Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κ. Π. Καβάφης, «Τείχη», 1897.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Αλεξανδρινοί βασιλείς



Μαζεύθηκαν οι Aλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Aλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

Ο Aλέξανδρος — τον είπαν βασιλέα
της Aρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος — τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Aυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Aλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Aλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Aλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)·
κ’ οι Aλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα —
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.


Κ. Π. Καβάφης, «Αλεξανδρινοί βασιλείς», 1912.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

Για τη ζωή



Nâzim Hikmet Ran (1902-1963)

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά,
           Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
Δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θα ‘χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ’ αργαστήρι
            Με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις για να ζήσουνε οι ανθρώποι,
Οι ανθρώποι που ποτέ δε θα ‘χεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, πως τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι.

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
                                        Όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στην πλάστιγγα.


Nâzim Hikmet Ran, «Για τη ζωή» (1948),
απόδοση: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, εκδόσεις Κέδρος, 1966.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις, η Θεοδώρα...


Αλέξανδρος Μπάρας (1906-1990)

Ένα κάθε βδομάδα,
στην ορισμένη μέρα,
πάντα στην ίδιαν ώρα,
τρία βαπόρια ωραία,
η “Kλεοπάτρα”, η “Σεμίραμις” κ’ η “Θεοδώρα”,
ανοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Mπρίντιζι και το Tριέστι,
πάντα.

Xωρίς μανούβρες κ’ ελιγμούς
και δισταγμούς
κι ανώφελα σφυρίγματα,
στρέφουνε στ’ ανοιχτά την πρώρα,
η “Kλεοπάτρα”, η “Σεμίραμις” κ’ η “Θεοδώρα”,
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι
που φεύγουν από ένα σαλόνι
χωρίς ανούσιες χειραψίες
και περιττές.

Aνοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Mπρίντιζι και το Tριέστι,
πάντα –και με το κρύο και με τη ζέστη.

Πάνε
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια
του Aιγαίου και της Mεσογείου
με τους καπνούς των.
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια
τα φώτα τους μες στα νερά
τη νύχτα.
Πάνε
πάντα μ’ ανθρώπους και μπαγκάζια…

H “Kλεοπάτρα”, η “Σεμίραμις” κ’ η “Θεοδώρα”,
χρόνια τώρα,
κάνουν τον ίδιο δρόμο,
φτάνουν την ίδια μέρα,
φεύγουν στην ίδιαν ώρα.

Mοιάζουν υπάλληλοι γραφείων
που γίνανε χρονόμετρα,
που η πόρτα της δουλειάς,
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν
από κάτω της,
μπορεί να πέσει.

(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο
ή απ’ το σπίτι σ’ άλλη συνοικία;)
H “Kλεοπάτρα”, η “Σεμίραμις” κ’ η “Θεοδώρα”
είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα
του βαρεμού που ενιώσαν την τυράννια,
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο,
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.

Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος,
ναι –si j’étais roi!–
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
στην “Kλεοπάτρα”, τη “Σεμίραμη”, τη “Θεοδώρα”,
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
με τέσσερα χρυσά γαλόνια
κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή
τόσα χρόνια,
μια νύχτα σεληνόφεγγη,
στη μέση του πελάγου,
θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα
κι ενώ θ’ ακούγουνταν η μουσική
που θα ’παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,
με τη μεγάλη μου στολή,
με τα χρυσά μου τα γαλόνια
και τα χρυσά μου τα παράσημα,
θα ’γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη
από το τέταρτο κατάστρωμα
μες στα νερά,
έτσι με τα χρυσά μου,
σαν αστήρ διάττων,
σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.


Αλέξανδρος Μπάρας (Μενέλαος Αναγνωστόπουλος),
«H “Kλεοπάτρα”, η “Σεμίραμις” κ’ η “Θεοδώρα”», Ποιήματα 1933-1953, εκδ. Ίκαρος, 1953.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

ΥΓ.


Μανόλης Αναγνωστάκης

[…]

Μιλούσε συνεχώς με παρενθέσεις και αποσιωπητικά, σαν τυφλός που βάδιζε σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα.



Κι ήξερες πως όλα αυτά αργά ή γρήγορα θα τελειώσουν.



(Γηράσκω αεί αναθεωρών)



Να βλέπεις τα ίδια πράγματα να γίνονται και να ξαναγίνονται.



Κάπου ανάμεσα στο αξιοπρεπές μελό και στο φτηνό πάθος.



Δεν έφταιγεν ο ίδιος. Τόσος ήτανε.



Το ήξερε πως δε θα άντεχε στο Μεγάλο Πόνο.



Έβγαζε κάθε δέκα χρόνια μια φωτογραφία στην ίδια πάντα στάση.

[…]


Μανόλης Αναγνωστάκης, ΥΓ., ιδιωτική έκδοση 1983 και εκδόσεις Νεφέλη 1992 (απόσπασμα: σελ. 18-19).

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Μνήμη και λήθη



Σύναξη δημοτικιστών τον Απρίλη του 1905, στην Άνω Κορακιάνα (Μουργάνες) της Κέρκυρας.
Στην επάνω σειρά, από αριστερά: ο πεζογράφος και μεταφραστής Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923), ο ζωγράφος Στέλιος Δεσύλλας (1875-1913), ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912) και ο φιλόλογος και μεταφραστής Ανδρέας Κεφαλληνός (1856-1943). Στην κάτω σειρά, από αριστερά: ο ιδιοκτήτης του σπιτιού λόγιος Σπύρος Μαρτζούκος (Ιγγλής), ο δάσκαλος και πεζογράφος Ηλίας Σταύρος, η λογοτέχνης Ειρήνη Δενδρινού (1879-1974), ο λογοτέχνης και μεταφραστής Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935) και ο λόγιος και δημοσιογράφος Μωϋσής Χαΐμης (1864-1929). Πηγή: Ειρήνη Δενδρινού, «Μια εκδρομή», στο περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου, φύλλο 8ης Μαΐου 1905, σελ. 7-8.


Kαλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
        Tην πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
        O ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Mην τους κλαις, ο καϋμός σου όσος και νάναι!

Tέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
        'Σ της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
        Mα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
A στάξη γι' αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Kι' αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
        Διαβαίνοντας λειβάδι' απ' ασφονδήλι,
Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

        A δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
Tους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
Θέλουν ― μα δε βολεί να λησμονήσουν.

                                                Μάης 1896

Λορέντζος Μαβίλης, «Λήθη», Tα ποιήματα, Ίδρυμα Kώστα και Eλένης Oυράνη, 1990.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Κακή φωτιά


Εγώ είμ’ εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της Τέχνης είμ’ εγώ και της ιδέας διωγμένος,
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει·
όλα πολέμια, κρύα· βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακή φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος,
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό·
σέρνουν εμένα δυο άλογα, τ’ αράπικο το Πάθος
και τ’ αφροστάλαχτο Όνειρο… μπορεί και στο γκρεμό.


Κωστής Παλαμάς, «Κακή φωτιά» (1908), Τα παράκαιρα: Κακές φωτιές, 1919.

Σάββατο 6 Απριλίου 2019

Η έρημη χώρα


T. S. Eliot, φωτ. Bob Landry/The LIFE Picture Collection, via Getty Images

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μάς ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε1
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν2,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch3.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.

    Ποιές ρίζες απλώνουνται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει·
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
             Frisch weht der Wind
             Der Heimat zu,
             Mein Irisch Kind,
             Wo weilest du? 4
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.5

    Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

    Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κινγκ Ουίλλιαμ Στρητ6,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ7 μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες8 με τα καράβια!
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί, τον αγαπάει τον άνθρωπο,
‘Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι!
Συ! hypocrite lecteur! — mon semblable, — mon frère!»9


Thomas Stearns Eliot (1888-1965), “I. The Burial of the Dead”, The Waste Land, 1922.

Θ. Σ. Έλιοτ, «Α’. Η ταφή του νεκρού», Η έρημη χώρα - και άλλα ποιήματα, εισαγωγή-σχόλια-μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, εκδ. Ίκαρος, 11936, οριστική έκδοση 1973.


Συνοπτικές σημειώσεις (βλ. περισσότερα στην έκδοση του Σεφέρη, ό.π.)

1. Starnberger See: Μεγάλη λίμνη και τόπος αναψυχής στη Βαυαρία, 25 χλμ. νοτιοδυτικά του Μονάχου.
2. Hofgarten: Πολυσύχναστος δημόσιος κήπος στο κέντρο του Μονάχου.
3. Μετάφραση: «Δεν είμαι διόλου Ρωσίδα, κατάγομαι από τη Λιθουανία, βέρα Γερμανίδα».
4. Βλ. την όπερα του Richard Wagner, Tristan und Isolde (Τριστάνος και Ιζόλδη) Ι. 5-8: Δροσερός φυσά ο αγέρας / προς την πατρίδα, / παιδί μου από την Ιρλανδία / πού να βρίσκεσαι;
5. Βλ. Τριστάνος και Ιζόλδη ΙΙΙ. 24: Έρημη και άδεια η θάλασσα.
6. King William Street: Κεντρική οδός από τη Γέφυρα του Λονδίνου έως την Τράπεζα της Αγγλίας, στο οικονομικό κέντρο της πόλης, το City. (Σημ.: Εκείνη την εποχή ο Eliot εργαζόταν ως τραπεζικός στη Lloyds Bank).
7. Saint Mary Woolnoth: Αγγλικανική εκκλησία στο City του Λονδίνου, στη γωνία των οδών King William και Lombard.
8. Mylae (σημ. Milazzo): Πόλη στη βόρεια ακτή της Σικελίας, όπου ο Γάιος Δουίλιος νίκησε τον καρχηδονιακό στόλο το 260 π.Χ.
9. Μετάφραση: «υποκριτή αναγνώστη! – όμοιέ μου, – αδελφέ μου!».
(Σημείωση του Eliot: Δες Baudelaire, Πρόλογο στα Άνθη του Κακού).

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Οφειλή


Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο,
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες,
είναι σαν να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.

Τίτος Πατρίκιος (1928-), «Οφειλή», Μαθητεία (ποιήματα της περιόδου 1952-1962, ενότητα: "Οι ρίζες κι η βροχή"), εκδόσεις Πρίσμα, 1963.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Ποιήματα στον δρόμο



Νίκος Χουλιαράς (1940-2015)
     Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στον δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
     Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στον δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
     Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε τον δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα, καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
     Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
     Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
     Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
     Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι», καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
     Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στον δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες, και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

Νίκος Χουλιαράς, «Τα ποιήματα στον δρόμο», περιοδικό Η Λέξη, τεύχος 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998.